to take again
Πλήρης κλίση του ρήματος ξαναπαίρνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξαναπαίρνω
εσύ ξαναπαίρνεις
αυτός/αυτή/αυτό ξαναπαίρνει
εμείς ξαναπαίρνουμε
εσείς ξαναπαίρνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαναπαίρνουν / ξαναπαίρνουνε
Παρατατικός
εγώ ξανάπαιρνα / ξαναέπαιρνα
εσύ ξανάπαιρνες / ξαναέπαιρνες
αυτός/αυτή/αυτό ξανάπαιρνε / ξαναέπαιρνε
εμείς ξαναπαίρναμε
εσείς ξαναπαίρνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξανάπαιρναν / ξαναπαίρναν / ξαναπαίρνανε / ξαναέπαιρναν
Αόριστος
εγώ ξαναπήρα
εσύ ξαναπήρες
αυτός/αυτή/αυτό ξαναπήρε
εμείς ξαναπήραμε
εσείς ξαναπήρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαναπήραν / ξαναπήρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξαναπαίρνω
εσύ θα ξαναπαίρνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαναπαίρνει
εμείς θα ξαναπαίρνουμε
εσείς θα ξαναπαίρνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαναπαίρνουν / θα ξαναπαίρνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξαναπάρω
εσύ θα ξαναπάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαναπάρει
εμείς θα ξαναπάρουμε
εσείς θα ξαναπάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαναπάρουν / θα ξαναπάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξαναπάρω
εσύ να ξαναπάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξαναπάρει
εμείς να ξαναπάρουμε
εσείς να ξαναπάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξαναπάρουν / ξαναπάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξαναπάρει
εσύ έχεις ξαναπάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξαναπάρει
εμείς έχουμε ξαναπάρει
εσείς έχετε ξαναπάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξαναπάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξαναπάρει
εσύ είχες ξαναπάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξαναπάρει
εμείς είχαμε ξαναπάρει
εσείς είχατε ξαναπάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξαναπάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξαναπάρει
εσύ θα έχεις ξαναπάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξαναπάρει
εμείς θα έχουμε ξαναπάρει
εσείς θα έχετε ξαναπάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξαναπάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξαναπαίρνε
(εσείς) ξαναπαίρνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξαναπάρε
(εσείς) ξαναπάρτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξαναπαίρνομαι
εσύ ξαναπαίρνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξαναπαίρνεται
εμείς ξαναπαιρνόμαστε
εσείς ξαναπαίρνεστε / ξαναπαιρνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαναπαίρνονται
Παρατατικός
εγώ ξαναπαιρνόμουν / ξαναπαιρνόμουνα
εσύ ξαναπαιρνόσουν / ξαναπαιρνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξαναπαιρνόταν / ξαναπαιρνότανε
εμείς ξαναπαιρνόμασταν / ξαναπαιρνόμαστε
εσείς ξαναπαιρνόσασταν / ξαναπαιρνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαναπαίρνονταν / ξαναπαιρνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ξαναπάρθηκα
εσύ ξαναπάρθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξαναπάρθηκε
εμείς ξαναπαρθήκαμε
εσείς ξαναπαρθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαναπάρθηκαν / ξαναπαρθήκαν / ξαναπαρθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξαναπαίρνομαι
εσύ θα ξαναπαίρνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαναπαίρνεται
εμείς θα ξαναπαιρνόμαστε
εσείς θα ξαναπαίρνεστε / θα ξαναπαιρνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαναπαίρνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξαναπαρθώ
εσύ θα ξαναπαρθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαναπαρθεί
εμείς θα ξαναπαρθούμε
εσείς θα ξαναπαρθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαναπαρθούν / θα ξαναπαρθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξαναπαρθώ
εσύ να ξαναπαρθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξαναπαρθεί
εμείς να ξαναπαρθούμε
εσείς να ξαναπαρθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξαναπαρθούν / ξαναπαρθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξαναπαρθεί
εσύ έχεις ξαναπαρθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξαναπαρθεί
εμείς έχουμε ξαναπαρθεί
εσείς έχετε ξαναπαρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξαναπαρθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξαναπαρθεί
εσύ είχες ξαναπαρθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξαναπαρθεί
εμείς είχαμε ξαναπαρθεί
εσείς είχατε ξαναπαρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξαναπαρθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξαναπαρθεί
εσύ θα έχεις ξαναπαρθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξαναπαρθεί
εμείς θα έχουμε ξαναπαρθεί
εσείς θα έχετε ξαναπαρθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξαναπαρθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξαναπαίρνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξαναπάρσου
(εσείς) ξαναπαρθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξαναπαίρνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ξαναπάρει
Μετοχή παρακειμένου
ξαναπαρμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξαναπάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξαναπαρθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.