to redistribute, share again
Πλήρης κλίση του ρήματος ξαναμοιράζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξαναμοιράζω
εσύ ξαναμοιράζεις
αυτός/αυτή/αυτό ξαναμοιράζει
εμείς ξαναμοιράζουμε
εσείς ξαναμοιράζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαναμοιράζουν / ξαναμοιράζουνε
Παρατατικός
εγώ ξαναμοίραζα
εσύ ξαναμοίραζες
αυτός/αυτή/αυτό ξαναμοίραζε
εμείς ξαναμοιράζαμε
εσείς ξαναμοιράζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαναμοίραζαν / ξαναμοιράζαν / ξαναμοιράζανε
Αόριστος
εγώ ξαναμοίρασα
εσύ ξαναμοίρασες
αυτός/αυτή/αυτό ξαναμοίρασε
εμείς ξαναμοιράσαμε
εσείς ξαναμοιράσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαναμοίρασαν / ξαναμοιράσαν / ξαναμοιράσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξαναμοιράζω
εσύ θα ξαναμοιράζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαναμοιράζει
εμείς θα ξαναμοιράζουμε
εσείς θα ξαναμοιράζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαναμοιράζουν / θα ξαναμοιράζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξαναμοιράσω
εσύ θα ξαναμοιράσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαναμοιράσει
εμείς θα ξαναμοιράσουμε
εσείς θα ξαναμοιράσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαναμοιράσουν / θα ξαναμοιράσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξαναμοιράσω
εσύ να ξαναμοιράσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξαναμοιράσει
εμείς να ξαναμοιράσουμε
εσείς να ξαναμοιράσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξαναμοιράσουν / ξαναμοιράσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξαναμοιράσει
εσύ έχεις ξαναμοιράσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξαναμοιράσει
εμείς έχουμε ξαναμοιράσει
εσείς έχετε ξαναμοιράσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξαναμοιράσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξαναμοιράσει
εσύ είχες ξαναμοιράσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξαναμοιράσει
εμείς είχαμε ξαναμοιράσει
εσείς είχατε ξαναμοιράσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξαναμοιράσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξαναμοιράσει
εσύ θα έχεις ξαναμοιράσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξαναμοιράσει
εμείς θα έχουμε ξαναμοιράσει
εσείς θα έχετε ξαναμοιράσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξαναμοιράσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξαναμοίραζε
(εσείς) ξαναμοιράζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξαναμοίρασε
(εσείς) ξαναμοιράστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξαναμοιράζομαι
εσύ ξαναμοιράζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξαναμοιράζεται
εμείς ξαναμοιραζόμαστε
εσείς ξαναμοιράζεστε / ξαναμοιραζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαναμοιράζονται
Παρατατικός
εγώ ξαναμοιραζόμουν / ξαναμοιραζόμουνα
εσύ ξαναμοιραζόσουν / ξαναμοιραζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξαναμοιραζόταν / ξαναμοιραζότανε
εμείς ξαναμοιραζόμασταν / ξαναμοιραζόμαστε
εσείς ξαναμοιραζόσασταν / ξαναμοιραζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαναμοιράζονταν / ξαναμοιραζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ξαναμοιράστηκα
εσύ ξαναμοιράστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξαναμοιράστηκε
εμείς ξαναμοιραστήκαμε
εσείς ξαναμοιραστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαναμοιράστηκαν / ξαναμοιραστήκαν / ξαναμοιραστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξαναμοιράζομαι
εσύ θα ξαναμοιράζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαναμοιράζεται
εμείς θα ξαναμοιραζόμαστε
εσείς θα ξαναμοιράζεστε / θα ξαναμοιραζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαναμοιράζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξαναμοιραστώ
εσύ θα ξαναμοιραστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαναμοιραστεί
εμείς θα ξαναμοιραστούμε
εσείς θα ξαναμοιραστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαναμοιραστούν / θα ξαναμοιραστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ξαναμοιραστώ
εσύ να ξαναμοιραστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξαναμοιραστεί
εμείς να ξαναμοιραστούμε
εσείς να ξαναμοιραστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξαναμοιραστούν / ξαναμοιραστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ξαναμοιραστεί
εσύ έχεις ξαναμοιραστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξαναμοιραστεί
εμείς έχουμε ξαναμοιραστεί
εσείς έχετε ξαναμοιραστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξαναμοιραστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ξαναμοιραστεί
εσύ είχες ξαναμοιραστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξαναμοιραστεί
εμείς είχαμε ξαναμοιραστεί
εσείς είχατε ξαναμοιραστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξαναμοιραστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ξαναμοιραστεί
εσύ θα έχεις ξαναμοιραστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξαναμοιραστεί
εμείς θα έχουμε ξαναμοιραστεί
εσείς θα έχετε ξαναμοιραστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξαναμοιραστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ξαναμοιράζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ξαναμοιράσου
(εσείς) ξαναμοιραστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξαναμοιράζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ξαναμοιράσει
Μετοχή παρακειμένου
ξαναμοιρασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ξαναμοιράσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ξαναμοιραστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.