Κλίση του ρήματος ξαλμυρίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ξαλμυρίζω
to desalt, freshen (remove salt from saltbeef, bacalao, etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξαλμυρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξαλμυρίζω
εσύ ξαλμυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ξαλμυρίζει
εμείς ξαλμυρίζουμε
εσείς ξαλμυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαλμυρίζουν / ξαλμυρίζουνε

Παρατατικός

εγώ ξαλμύριζα
εσύ ξαλμύριζες
αυτός/αυτή/αυτό ξαλμύριζε
εμείς ξαλμυρίζαμε
εσείς ξαλμυρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαλμύριζαν / ξαλμυρίζαν / ξαλμυρίζανε

Αόριστος

εγώ ξαλμύρισα
εσύ ξαλμύρισες
αυτός/αυτή/αυτό ξαλμύρισε
εμείς ξαλμυρίσαμε
εσείς ξαλμυρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαλμύρισαν / ξαλμυρίσαν / ξαλμυρίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξαλμυρίζω
εσύ θα ξαλμυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαλμυρίζει
εμείς θα ξαλμυρίζουμε
εσείς θα ξαλμυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαλμυρίζουν / θα ξαλμυρίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξαλμυρίσω
εσύ θα ξαλμυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαλμυρίσει
εμείς θα ξαλμυρίσουμε
εσείς θα ξαλμυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαλμυρίσουν / θα ξαλμυρίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξαλμυρίσω
εσύ να ξαλμυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξαλμυρίσει
εμείς να ξαλμυρίσουμε
εσείς να ξαλμυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξαλμυρίσουν / ξαλμυρίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξαλμυρίσει
εσύ έχεις ξαλμυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξαλμυρίσει
εμείς έχουμε ξαλμυρίσει
εσείς έχετε ξαλμυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξαλμυρίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξαλμυρίσει
εσύ είχες ξαλμυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξαλμυρίσει
εμείς είχαμε ξαλμυρίσει
εσείς είχατε ξαλμυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξαλμυρίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξαλμυρίσει
εσύ θα έχεις ξαλμυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξαλμυρίσει
εμείς θα έχουμε ξαλμυρίσει
εσείς θα έχετε ξαλμυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξαλμυρίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ξαλμύριζε
(εσείς) ξαλμυρίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξαλμύρισε
(εσείς) ξαλμυρίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ξαλμυρίζοντας / έχοντας ξαλμυρίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

ξαλμυρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ξαλμυρίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.