Κλίση του ρήματος ξαλεγράρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ξαλεγράρω
alternative form of αλεγράρω (alegráro)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξαλεγράρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξαλεγράρω
εσύ ξαλεγράρεις
αυτός/αυτή/αυτό ξαλεγράρει
εμείς ξαλεγράρουμε
εσείς ξαλεγράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαλεγράρουν / ξαλεγράρουνε

Παρατατικός

εγώ ξαλεγράριζα
εσύ ξαλεγράριζες
αυτός/αυτή/αυτό ξαλεγράριζε
εμείς ξαλεγράραμε
εσείς ξαλεγράρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαλεγράριζαν / ξαλεγράραν / ξαλεγράρανε

Αόριστος

εγώ ξαλεγράρισα
εσύ ξαλεγράρισες
αυτός/αυτή/αυτό ξαλεγράρισε
εμείς ξαλεγράραμε
εσείς ξαλεγράρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαλεγράρισαν / ξαλεγράραν / ξαλεγράρανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξαλεγράρω
εσύ θα ξαλεγράρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαλεγράρει
εμείς θα ξαλεγράρουμε
εσείς θα ξαλεγράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαλεγράρουν / θα ξαλεγράρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξαλεγράρω
εσύ θα ξαλεγράρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαλεγράρει
εμείς θα ξαλεγράρουμε
εσείς θα ξαλεγράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαλεγράρουν / θα ξαλεγράρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξαλεγράρω
εσύ να ξαλεγράρεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξαλεγράρει
εμείς να ξαλεγράρουμε
εσείς να ξαλεγράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξαλεγράρουν / ξαλεγράρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξαλεγράρει
εσύ έχεις ξαλεγράρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξαλεγράρει
εμείς έχουμε ξαλεγράρει
εσείς έχετε ξαλεγράρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξαλεγράρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξαλεγράρει
εσύ είχες ξαλεγράρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξαλεγράρει
εμείς είχαμε ξαλεγράρει
εσείς είχατε ξαλεγράρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξαλεγράρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξαλεγράρει
εσύ θα έχεις ξαλεγράρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξαλεγράρει
εμείς θα έχουμε ξαλεγράρει
εσείς θα έχετε ξαλεγράρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξαλεγράρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ξαλεγράριζε
(εσείς) ξαλεγράρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξαλεγράρισε
(εσείς) ξαλεγράρετε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ξαλεγράροντας / έχοντας ξαλεγράρει

Απαρέμφατο

ξαλεγράρει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.