Κλίση του ρήματος ξαγναντεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ξαγναντεύω
alternative form of αγναντεύω (agnantévo)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξαγναντεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξαγναντεύω
εσύ ξαγναντεύεις
αυτός/αυτή/αυτό ξαγναντεύει
εμείς ξαγναντεύουμε
εσείς ξαγναντεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαγναντεύουν / ξαγναντεύουνε

Παρατατικός

εγώ ξαγνάντευα
εσύ ξαγνάντευες
αυτός/αυτή/αυτό ξαγνάντευε
εμείς ξαγναντεύαμε
εσείς ξαγναντεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαγνάντευαν / ξαγναντεύαν / ξαγναντεύανε

Αόριστος

εγώ ξαγνάντεψα
εσύ ξαγνάντεψες
αυτός/αυτή/αυτό ξαγνάντεψε
εμείς ξαγναντέψαμε
εσείς ξαγναντέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαγνάντεψαν / ξαγναντέψαν / ξαγναντέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξαγναντεύω
εσύ θα ξαγναντεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαγναντεύει
εμείς θα ξαγναντεύουμε
εσείς θα ξαγναντεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαγναντεύουν / θα ξαγναντεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξαγναντέψω
εσύ θα ξαγναντέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαγναντέψει
εμείς θα ξαγναντέψουμε
εσείς θα ξαγναντέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαγναντέψουν / θα ξαγναντέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξαγναντέψω
εσύ να ξαγναντέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξαγναντέψει
εμείς να ξαγναντέψουμε
εσείς να ξαγναντέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξαγναντέψουν / ξαγναντέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξαγναντέψει
εσύ έχεις ξαγναντέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξαγναντέψει
εμείς έχουμε ξαγναντέψει
εσείς έχετε ξαγναντέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξαγναντέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξαγναντέψει
εσύ είχες ξαγναντέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξαγναντέψει
εμείς είχαμε ξαγναντέψει
εσείς είχατε ξαγναντέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξαγναντέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξαγναντέψει
εσύ θα έχεις ξαγναντέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξαγναντέψει
εμείς θα έχουμε ξαγναντέψει
εσείς θα έχετε ξαγναντέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξαγναντέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ξαγνάντευε
(εσείς) ξαγναντεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξαγνάντεψε / ξαγνάντευ' ¹
(εσείς) ξαγναντέψτε / ξαγναντεύτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ξαγναντεύοντας / έχοντας ξαγναντέψει

Απαρέμφατο

ξαγναντέψει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.