Κλίση του ρήματος ξαίνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ξαίνω
to card, comb (stage in fibre production)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξαίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξαίνω
εσύ ξαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό ξαίνει
εμείς ξαίνουμε
εσείς ξαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαίνουν / ξαίνουνε

Παρατατικός

εγώ έξαινα
εσύ έξαινες
αυτός/αυτή/αυτό έξαινε
εμείς ξαίναμε
εσείς ξαίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έξαιναν / ξαίναν / ξαίνανε

Αόριστος

εγώ έξανα
εσύ έξανες
αυτός/αυτή/αυτό έξανε
εμείς ξάναμε
εσείς ξάνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έξαναν / ξάναν / ξάνανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξαίνω
εσύ θα ξαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαίνει
εμείς θα ξαίνουμε
εσείς θα ξαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαίνουν / θα ξαίνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξάνω
εσύ θα ξάνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξάνει
εμείς θα ξάνουμε
εσείς θα ξάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξάνουν / θα ξάνουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξάνω
εσύ να ξάνεις
αυτός/αυτή/αυτό να ξάνει
εμείς να ξάνουμε
εσείς να ξάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξάνουν / ξάνουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξάνει
εσύ έχεις ξάνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξάνει
εμείς έχουμε ξάνει
εσείς έχετε ξάνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξάνει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξάνει
εσύ είχες ξάνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξάνει
εμείς είχαμε ξάνει
εσείς είχατε ξάνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξάνει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξάνει
εσύ θα έχεις ξάνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξάνει
εμείς θα έχουμε ξάνει
εσείς θα έχετε ξάνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξάνει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ξαίνε
(εσείς) ξαίνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξάνε
(εσείς) ξάνετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ξαίνομαι
εσύ ξαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ξαίνεται
εμείς ξαινόμαστε
εσείς ξαίνεστε / ξαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαίνονται

Παρατατικός

εγώ ξαινόμουν / ξαινόμουνα
εσύ ξαινόσουν / ξαινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ξαινόταν / ξαινότανε
εμείς ξαινόμασταν / ξαινόμαστε
εσείς ξαινόσασταν / ξαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ξαίνονταν / ξαινόντουσαν

Αόριστος

εγώ ξάστηκα
εσύ ξάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ξάστηκε
εμείς ξαστήκαμε
εσείς ξαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ξάστηκαν / ξαστήκαν / ξαστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ξαίνομαι
εσύ θα ξαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαίνεται
εμείς θα ξαινόμαστε
εσείς θα ξαίνεστε / θα ξαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαίνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ξαστώ
εσύ θα ξαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ξαστεί
εμείς θα ξαστούμε
εσείς θα ξαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξαστούν / θα ξαστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ξαστώ
εσύ να ξαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ξαστεί
εμείς να ξαστούμε
εσείς να ξαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ξαστούν / ξαστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ξαστεί
εσύ έχεις ξαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ξαστεί
εμείς έχουμε ξαστεί
εσείς έχετε ξαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ξαστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ξαστεί
εσύ είχες ξαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ξαστεί
εμείς είχαμε ξαστεί
εσείς είχατε ξαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ξαστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ξαστεί
εσύ θα έχεις ξαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ξαστεί
εμείς θα έχουμε ξαστεί
εσείς θα έχετε ξαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ξαστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ξαίνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ξάσου
(εσείς) ξαστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ξαίνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ξάνει

Μετοχή παρακειμένου

ξασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ξάνει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ξαστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.