to know of, be familiar with (a fact, a person or a language)
Πλήρης κλίση του ρήματος ξέρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ξέρω
εσύ ξέρεις
αυτός/αυτή/αυτό ξέρει
εμείς ξέρουμε
εσείς ξέρετε
αυτοί/αυτές/αυτά ξέρουν / ξέρουνε
Παρατατικός
εγώ ήξερα
εσύ ήξερες
αυτός/αυτή/αυτό ήξερε
εμείς ξέραμε
εσείς ξέρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ήξεραν / ξέραν / ξέρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ξέρω
εσύ θα ξέρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ξέρει
εμείς θα ξέρουμε
εσείς θα ξέρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ξέρουν / θα ξέρουνε
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ξέρε
(εσείς) ξέρετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ξέροντας
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.