Κλίση του ρήματος νυστάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

νυστάζω
to be sleepy, feel tired
Πλήρης κλίση του ρήματος νυστάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ νυστάζω
εσύ νυστάζεις
αυτός/αυτή/αυτό νυστάζει
εμείς νυστάζουμε
εσείς νυστάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά νυστάζουν / νυστάζουνε

Παρατατικός

εγώ νύσταζα
εσύ νύσταζες
αυτός/αυτή/αυτό νύσταζε
εμείς νυστάζαμε
εσείς νυστάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά νύσταζαν / νυστάζαν / νυστάζανε

Αόριστος

εγώ νύσταξα
εσύ νύσταξες
αυτός/αυτή/αυτό νύσταξε
εμείς νυστάξαμε
εσείς νυστάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά νύσταξαν / νυστάξαν / νυστάξανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα νυστάζω
εσύ θα νυστάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νυστάζει
εμείς θα νυστάζουμε
εσείς θα νυστάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νυστάζουν / θα νυστάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα νυστάξω
εσύ θα νυστάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νυστάξει
εμείς θα νυστάξουμε
εσείς θα νυστάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νυστάξουν / θα νυστάξουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να νυστάξω
εσύ να νυστάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να νυστάξει
εμείς να νυστάξουμε
εσείς να νυστάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να νυστάξουν / νυστάξουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω νυστάξει
εσύ έχεις νυστάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει νυστάξει
εμείς έχουμε νυστάξει
εσείς έχετε νυστάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νυστάξει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα νυστάξει
εσύ είχες νυστάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε νυστάξει
εμείς είχαμε νυστάξει
εσείς είχατε νυστάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νυστάξει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω νυστάξει
εσύ θα έχεις νυστάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νυστάξει
εμείς θα έχουμε νυστάξει
εσείς θα έχετε νυστάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νυστάξει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) νύσταζε
(εσείς) νυστάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) νύσταξε
(εσείς) νύσταξε / νυστάχτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

νυστάζοντας / έχοντας νυστάξει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

νυσταγμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

νυστάξει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.