to be shy, be bashful
Πλήρης κλίση του ρήματος ντρέπομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ντρέπομαι
εσύ ντρέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ντρέπεται
εμείς ντρεπόμαστε
εσείς ντρέπεστε / ντρεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ντρέπονται
Παρατατικός
εγώ ντρεπόμουν / ντρεπόμουνα
εσύ ντρεπόσουν / ντρεπόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ντρεπόταν / ντρεπότανε
εμείς ντρεπόμασταν / ντρεπόμαστε
εσείς ντρεπόσασταν / ντρεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ντρέπονταν / ντρεπόντουσαν
Αόριστος
εγώ ντράπηκα
εσύ ντράπηκες
αυτός/αυτή/αυτό ντράπηκε
εμείς ντραπήκαμε
εσείς ντραπήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ντράπηκαν / ντραπήκαν / ντραπήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ντρέπομαι
εσύ θα ντρέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ντρέπεται
εμείς θα ντρεπόμαστε
εσείς θα ντρέπεστε / θα ντρεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ντρέπονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ντραπώ
εσύ θα ντραπείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ντραπεί
εμείς θα ντραπούμε
εσείς θα ντραπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ντραπούν / θα ντραπούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ντραπώ
εσύ να ντραπείς
αυτός/αυτή/αυτό να ντραπεί
εμείς να ντραπούμε
εσείς να ντραπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ντραπούν / ντραπούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ντραπεί
εσύ έχεις ντραπεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ντραπεί
εμείς έχουμε ντραπεί
εσείς έχετε ντραπεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ντραπεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ντραπεί
εσύ είχες ντραπεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ντραπεί
εμείς είχαμε ντραπεί
εσείς είχατε ντραπεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ντραπεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ντραπεί
εσύ θα έχεις ντραπεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ντραπεί
εμείς θα έχουμε ντραπεί
εσείς θα έχετε ντραπεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ντραπεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ντρέπεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ντράπου
(εσείς) ντραπείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
ντραπεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.