to stand in
Πλήρης κλίση του ρήματος ντουμπλάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ντουμπλάρω
εσύ ντουμπλάρεις
αυτός/αυτή/αυτό ντουμπλάρει
εμείς ντουμπλάρουμε
εσείς ντουμπλάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά ντουμπλάρουν / ντουμπλάρουνε
Παρατατικός
εγώ ντούμπλαρα / ντουμπλάριζα
εσύ ντούμπλαρες / ντουμπλάριζες
αυτός/αυτή/αυτό ντούμπλαρε / ντουμπλάριζε
εμείς ντουμπλάραμε
εσείς ντουμπλάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ντούμπλαραν / ντουμπλάραν / ντουμπλάρανε / ντουμπλάριζαν
Αόριστος
εγώ ντούμπλαρα / ντουμπλάρισα
εσύ ντούμπλαρες / ντουμπλάρισες
αυτός/αυτή/αυτό ντούμπλαρε / ντουμπλάρισε
εμείς ντουμπλάραμε
εσείς ντουμπλάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ντούμπλαραν / ντουμπλάραν / ντουμπλάρανε / ντουμπλάρισαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ντουμπλάρω
εσύ θα ντουμπλάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ντουμπλάρει
εμείς θα ντουμπλάρουμε
εσείς θα ντουμπλάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ντουμπλάρουν / θα ντουμπλάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ντουμπλάρω
εσύ θα ντουμπλάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ντουμπλάρει
εμείς θα ντουμπλάρουμε
εσείς θα ντουμπλάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ντουμπλάρουν / θα ντουμπλάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ντουμπλάρω
εσύ να ντουμπλάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να ντουμπλάρει
εμείς να ντουμπλάρουμε
εσείς να ντουμπλάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ντουμπλάρουν / ντουμπλάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ντουμπλάρει
εσύ έχεις ντουμπλάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ντουμπλάρει
εμείς έχουμε ντουμπλάρει
εσείς έχετε ντουμπλάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ντουμπλάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ντουμπλάρει
εσύ είχες ντουμπλάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ντουμπλάρει
εμείς είχαμε ντουμπλάρει
εσείς είχατε ντουμπλάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ντουμπλάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ντουμπλάρει
εσύ θα έχεις ντουμπλάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ντουμπλάρει
εμείς θα έχουμε ντουμπλάρει
εσείς θα έχετε ντουμπλάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ντουμπλάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ντούμπλαρε / ντουμπλάριζε
(εσείς) ντουμπλάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ντούμπλαρε / ντουμπλάρισε
(εσείς) ντουμπλάρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ντουμπλάρομαι
εσύ ντουμπλάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ντουμπλάρεται
εμείς ντουμπλαριζόμαστε
εσείς ντουμπλάρεστε / ντουμπλαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ντουμπλάρονται
Παρατατικός
εγώ ντουμπλαριζόμουν / ντουμπλαριζόμουνα
εσύ ντουμπλαριζόσουν / ντουμπλαριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ντουμπλαριζόταν / ντουμπλαριζότανε
εμείς ντουμπλαριζόμασταν / ντουμπλαριζόμαστε
εσείς ντουμπλαριζόσασταν / ντουμπλαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ντουμπλάρονταν / ντουμπλαριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ντουμπλαρίστηκα
εσύ ντουμπλαρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ντουμπλαρίστηκε
εμείς ντουμπλαριστήκαμε
εσείς ντουμπλαριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ντουμπλαρίστηκαν / ντουμπλαριστήκαν / ντουμπλαριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ντουμπλάρομαι
εσύ θα ντουμπλάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ντουμπλάρεται
εμείς θα ντουμπλαριζόμαστε
εσείς θα ντουμπλάρεστε / θα ντουμπλαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ντουμπλάρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ντουμπλαριστώ
εσύ θα ντουμπλαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ντουμπλαριστεί
εμείς θα ντουμπλαριστούμε
εσείς θα ντουμπλαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ντουμπλαριστούν / θα ντουμπλαριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ντουμπλαριστώ
εσύ να ντουμπλαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ντουμπλαριστεί
εμείς να ντουμπλαριστούμε
εσείς να ντουμπλαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ντουμπλαριστούν / ντουμπλαριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ντουμπλαριστεί
εσύ έχεις ντουμπλαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ντουμπλαριστεί
εμείς έχουμε ντουμπλαριστεί
εσείς έχετε ντουμπλαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ντουμπλαριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ντουμπλαριστεί
εσύ είχες ντουμπλαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ντουμπλαριστεί
εμείς είχαμε ντουμπλαριστεί
εσείς είχατε ντουμπλαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ντουμπλαριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ντουμπλαριστεί
εσύ θα έχεις ντουμπλαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ντουμπλαριστεί
εμείς θα έχουμε ντουμπλαριστεί
εσείς θα έχετε ντουμπλαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ντουμπλαριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ντουμπλάρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ντουμπλαρίσου
(εσείς) ντουμπλαριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ντουμπλάροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ντουμπλάρει
Μετοχή παρακειμένου
ντουμπλαρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ντουμπλάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ντουμπλαριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.