Κλίση του ρήματος ντεραπάρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ντεραπάρω
to skid over, turn upside-down
Πλήρης κλίση του ρήματος ντεραπάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ντεραπάρω
εσύ ντεραπάρεις
αυτός/αυτή/αυτό ντεραπάρει
εμείς ντεραπάρουμε
εσείς ντεραπάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά ντεραπάρουν / ντεραπάρουνε

Παρατατικός

εγώ ντεραπάριζα
εσύ ντεραπάριζες
αυτός/αυτή/αυτό ντεραπάριζε
εμείς ντεραπάραμε
εσείς ντεραπάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ντεραπάριζαν / ντεραπάραν / ντεραπάρανε

Αόριστος

εγώ ντεραπάρισα
εσύ ντεραπάρισες
αυτός/αυτή/αυτό ντεραπάρισε
εμείς ντεραπάραμε
εσείς ντεραπάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ντεραπάρισαν / ντεραπάραν / ντεραπάρανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ντεραπάρω
εσύ θα ντεραπάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ντεραπάρει
εμείς θα ντεραπάρουμε
εσείς θα ντεραπάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ντεραπάρουν / θα ντεραπάρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ντεραπάρω
εσύ θα ντεραπάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ντεραπάρει
εμείς θα ντεραπάρουμε
εσείς θα ντεραπάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ντεραπάρουν / θα ντεραπάρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ντεραπάρω
εσύ να ντεραπάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να ντεραπάρει
εμείς να ντεραπάρουμε
εσείς να ντεραπάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ντεραπάρουν / ντεραπάρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ντεραπάρει
εσύ έχεις ντεραπάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ντεραπάρει
εμείς έχουμε ντεραπάρει
εσείς έχετε ντεραπάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ντεραπάρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ντεραπάρει
εσύ είχες ντεραπάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ντεραπάρει
εμείς είχαμε ντεραπάρει
εσείς είχατε ντεραπάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ντεραπάρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ντεραπάρει
εσύ θα έχεις ντεραπάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ντεραπάρει
εμείς θα έχουμε ντεραπάρει
εσείς θα έχετε ντεραπάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ντεραπάρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ντεραπάριζε
(εσείς) ντεραπάρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ντεραπάρισε
(εσείς) ντεραπάρετε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ντεραπάροντας / έχοντας ντεραπάρει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

ντεραπαρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ντεραπάρει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.