to hobnob with, have dealings with (be involved with financially)
Πλήρης κλίση του ρήματος νταραβερίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ νταραβερίζομαι
εσύ νταραβερίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό νταραβερίζεται
εμείς νταραβεριζόμαστε
εσείς νταραβερίζεστε / νταραβεριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά νταραβερίζονται
Παρατατικός
εγώ νταραβεριζόμουν / νταραβεριζόμουνα
εσύ νταραβεριζόσουν / νταραβεριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό νταραβεριζόταν / νταραβεριζότανε
εμείς νταραβεριζόμασταν / νταραβεριζόμαστε
εσείς νταραβεριζόσασταν / νταραβεριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά νταραβερίζονταν / νταραβεριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ νταραβερίστηκα
εσύ νταραβερίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό νταραβερίστηκε
εμείς νταραβεριστήκαμε
εσείς νταραβεριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά νταραβερίστηκαν / νταραβεριστήκαν / νταραβεριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα νταραβερίζομαι
εσύ θα νταραβερίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα νταραβερίζεται
εμείς θα νταραβεριζόμαστε
εσείς θα νταραβερίζεστε / θα νταραβεριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νταραβερίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νταραβεριστώ
εσύ θα νταραβεριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα νταραβεριστεί
εμείς θα νταραβεριστούμε
εσείς θα νταραβεριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νταραβεριστούν / θα νταραβεριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να νταραβεριστώ
εσύ να νταραβεριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να νταραβεριστεί
εμείς να νταραβεριστούμε
εσείς να νταραβεριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να νταραβεριστούν / νταραβεριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω νταραβεριστεί
εσύ έχεις νταραβεριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει νταραβεριστεί
εμείς έχουμε νταραβεριστεί
εσείς έχετε νταραβεριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νταραβεριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα νταραβεριστεί
εσύ είχες νταραβεριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε νταραβεριστεί
εμείς είχαμε νταραβεριστεί
εσείς είχατε νταραβεριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νταραβεριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω νταραβεριστεί
εσύ θα έχεις νταραβεριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νταραβεριστεί
εμείς θα έχουμε νταραβεριστεί
εσείς θα έχετε νταραβεριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νταραβεριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) νταραβερίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) νταραβερίσου
(εσείς) νταραβεριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
νταραβεριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.