to ail, to be ailing, to be ill, to be sick
Πλήρης κλίση του ρήματος νοσώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ νοσώ
εσύ νοσείς
αυτός/αυτή/αυτό νοσεί
εμείς νοσούμε
εσείς νοσείτε
αυτοί/αυτές/αυτά νοσούν / νοσούνε
Παρατατικός
εγώ νοσούσα
εσύ νοσούσες
αυτός/αυτή/αυτό νοσούσε
εμείς νοσούσαμε
εσείς νοσούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά νοσούσαν / νοσούσανε
Αόριστος
εγώ νόσησα
εσύ νόσησες
αυτός/αυτή/αυτό νόσησε
εμείς νοσήσαμε
εσείς νοσήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά νόσησαν / νοσήσαν / νοσήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα νοσώ
εσύ θα νοσείς
αυτός/αυτή/αυτό θα νοσεί
εμείς θα νοσούμε
εσείς θα νοσείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοσούν / θα νοσούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοσήσω
εσύ θα νοσήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νοσήσει
εμείς θα νοσήσουμε
εσείς θα νοσήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοσήσουν / θα νοσήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να νοσήσω
εσύ να νοσήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να νοσήσει
εμείς να νοσήσουμε
εσείς να νοσήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να νοσήσουν / νοσήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω νοσήσει
εσύ έχεις νοσήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει νοσήσει
εμείς έχουμε νοσήσει
εσείς έχετε νοσήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νοσήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα νοσήσει
εσύ είχες νοσήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε νοσήσει
εμείς είχαμε νοσήσει
εσείς είχατε νοσήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νοσήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω νοσήσει
εσύ θα έχεις νοσήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νοσήσει
εμείς θα έχουμε νοσήσει
εσείς θα έχετε νοσήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νοσήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) νοσείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) νόσησε
(εσείς) νοσήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
νοσώντας / έχοντας νοσήσει
Απαρέμφατο
νοσήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.