to make tasty, season
Πλήρης κλίση του ρήματος νοστιμεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ νοστιμεύω
εσύ νοστιμεύεις
αυτός/αυτή/αυτό νοστιμεύει
εμείς νοστιμεύουμε
εσείς νοστιμεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά νοστιμεύουν / νοστιμεύουνε
Παρατατικός
εγώ νοστίμευα
εσύ νοστίμευες
αυτός/αυτή/αυτό νοστίμευε
εμείς νοστιμεύαμε
εσείς νοστιμεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά νοστίμευαν / νοστιμεύαν / νοστιμεύανε
Αόριστος
εγώ νοστίμεψα
εσύ νοστίμεψες
αυτός/αυτή/αυτό νοστίμεψε
εμείς νοστιμέψαμε
εσείς νοστιμέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά νοστίμεψαν / νοστιμέψαν / νοστιμέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα νοστιμεύω
εσύ θα νοστιμεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νοστιμεύει
εμείς θα νοστιμεύουμε
εσείς θα νοστιμεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοστιμεύουν / θα νοστιμεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοστιμέψω
εσύ θα νοστιμέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νοστιμέψει
εμείς θα νοστιμέψουμε
εσείς θα νοστιμέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοστιμέψουν / θα νοστιμέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να νοστιμέψω
εσύ να νοστιμέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να νοστιμέψει
εμείς να νοστιμέψουμε
εσείς να νοστιμέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να νοστιμέψουν / νοστιμέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω νοστιμέψει
εσύ έχεις νοστιμέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει νοστιμέψει
εμείς έχουμε νοστιμέψει
εσείς έχετε νοστιμέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νοστιμέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα νοστιμέψει
εσύ είχες νοστιμέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε νοστιμέψει
εμείς είχαμε νοστιμέψει
εσείς είχατε νοστιμέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νοστιμέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω νοστιμέψει
εσύ θα έχεις νοστιμέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νοστιμέψει
εμείς θα έχουμε νοστιμέψει
εσείς θα έχετε νοστιμέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νοστιμέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) νοστίμευε
(εσείς) νοστιμεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) νοστίμεψε / νοστίμευ'
(εσείς) νοστιμέψτε / νοστιμεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ νοστιμεύομαι
εσύ νοστιμεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό νοστιμεύεται
εμείς νοστιμευόμαστε
εσείς νοστιμεύεστε / νοστιμευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά νοστιμεύονται
Παρατατικός
εγώ νοστιμευόμουν / νοστιμευόμουνα
εσύ νοστιμευόσουν / νοστιμευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό νοστιμευόταν / νοστιμευότανε
εμείς νοστιμευόμασταν / νοστιμευόμαστε
εσείς νοστιμευόσασταν / νοστιμευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά νοστιμεύονταν / νοστιμευόντουσαν
Αόριστος
εγώ νοστιμεύτηκα
εσύ νοστιμεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό νοστιμεύτηκε
εμείς νοστιμευτήκαμε
εσείς νοστιμευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά νοστιμεύτηκαν / νοστιμευτήκαν / νοστιμευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα νοστιμεύομαι
εσύ θα νοστιμεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα νοστιμεύεται
εμείς θα νοστιμευόμαστε
εσείς θα νοστιμεύεστε / θα νοστιμευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοστιμεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοστιμευτώ
εσύ θα νοστιμευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα νοστιμευτεί
εμείς θα νοστιμευτούμε
εσείς θα νοστιμευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοστιμευτούν / θα νοστιμευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να νοστιμευτώ
εσύ να νοστιμευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να νοστιμευτεί
εμείς να νοστιμευτούμε
εσείς να νοστιμευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να νοστιμευτούν / νοστιμευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω νοστιμευτεί
εσύ έχεις νοστιμευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει νοστιμευτεί
εμείς έχουμε νοστιμευτεί
εσείς έχετε νοστιμευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νοστιμευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα νοστιμευτεί
εσύ είχες νοστιμευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε νοστιμευτεί
εμείς είχαμε νοστιμευτεί
εσείς είχατε νοστιμευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νοστιμευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω νοστιμευτεί
εσύ θα έχεις νοστιμευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νοστιμευτεί
εμείς θα έχουμε νοστιμευτεί
εσείς θα έχετε νοστιμευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νοστιμευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) νοστιμεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) νοστιμέψου
(εσείς) νοστιμευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
νοστιμεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας νοστιμέψει
Μετοχή παρακειμένου
νοστιμευμένος, -η, -o
Απαρέμφατο
νοστιμέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
νοστιμευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.