Κλίση του ρήματος νοστιμίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

νοστιμίζω
I make tasty, season
Πλήρης κλίση του ρήματος νοστιμίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ νοστιμίζω
εσύ νοστιμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό νοστιμίζει
εμείς νοστιμίζουμε
εσείς νοστιμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά νοστιμίζουν / νοστιμίζουνε

Παρατατικός

εγώ νοστίμιζα
εσύ νοστίμιζες
αυτός/αυτή/αυτό νοστίμιζε
εμείς νοστιμίζαμε
εσείς νοστιμίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά νοστίμιζαν / νοστιμίζαν / νοστιμίζανε

Αόριστος

εγώ νοστίμισα
εσύ νοστίμισες
αυτός/αυτή/αυτό νοστίμισε
εμείς νοστιμίσαμε
εσείς νοστιμίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά νοστίμισαν / νοστιμίσαν / νοστιμίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα νοστιμίζω
εσύ θα νοστιμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νοστιμίζει
εμείς θα νοστιμίζουμε
εσείς θα νοστιμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοστιμίζουν / θα νοστιμίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα νοστιμίσω
εσύ θα νοστιμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νοστιμίσει
εμείς θα νοστιμίσουμε
εσείς θα νοστιμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοστιμίσουν / θα νοστιμίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να νοστιμίσω
εσύ να νοστιμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να νοστιμίσει
εμείς να νοστιμίσουμε
εσείς να νοστιμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να νοστιμίσουν / νοστιμίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω νοστιμίσει
εσύ έχεις νοστιμίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει νοστιμίσει
εμείς έχουμε νοστιμίσει
εσείς έχετε νοστιμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νοστιμίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα νοστιμίσει
εσύ είχες νοστιμίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε νοστιμίσει
εμείς είχαμε νοστιμίσει
εσείς είχατε νοστιμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νοστιμίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω νοστιμίσει
εσύ θα έχεις νοστιμίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νοστιμίσει
εμείς θα έχουμε νοστιμίσει
εσείς θα έχετε νοστιμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νοστιμίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) νοστίμιζε
(εσείς) νοστιμίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) νοστίμισε
(εσείς) νοστιμίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

νοστιμίζοντας / έχοντας νοστιμίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

νοστιμισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

νοστιμίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.