Κλίση του ρήματος νοσταλγώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

νοσταλγώ
to feel nostalgic, be homesick
Πλήρης κλίση του ρήματος νοσταλγώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ νοσταλγώ
εσύ νοσταλγείς
αυτός/αυτή/αυτό νοσταλγεί
εμείς νοσταλγούμε
εσείς νοσταλγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά νοσταλγούν / νοσταλγούνε

Παρατατικός

εγώ νοσταλγούσα
εσύ νοσταλγούσες
αυτός/αυτή/αυτό νοσταλγούσε
εμείς νοσταλγούσαμε
εσείς νοσταλγούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά νοσταλγούσαν / νοσταλγούσανε

Αόριστος

εγώ νοστάλγησα
εσύ νοστάλγησες
αυτός/αυτή/αυτό νοστάλγησε
εμείς νοσταλγήσαμε
εσείς νοσταλγήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά νοστάλγησαν / νοσταλγήσαν / νοσταλγήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα νοσταλγώ
εσύ θα νοσταλγείς
αυτός/αυτή/αυτό θα νοσταλγεί
εμείς θα νοσταλγούμε
εσείς θα νοσταλγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοσταλγούν / θα νοσταλγούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα νοσταλγήσω
εσύ θα νοσταλγήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νοσταλγήσει
εμείς θα νοσταλγήσουμε
εσείς θα νοσταλγήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοσταλγήσουν / θα νοσταλγήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να νοσταλγήσω
εσύ να νοσταλγήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να νοσταλγήσει
εμείς να νοσταλγήσουμε
εσείς να νοσταλγήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να νοσταλγήσουν / νοσταλγήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω νοσταλγήσει
εσύ έχεις νοσταλγήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει νοσταλγήσει
εμείς έχουμε νοσταλγήσει
εσείς έχετε νοσταλγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νοσταλγήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα νοσταλγήσει
εσύ είχες νοσταλγήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε νοσταλγήσει
εμείς είχαμε νοσταλγήσει
εσείς είχατε νοσταλγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νοσταλγήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω νοσταλγήσει
εσύ θα έχεις νοσταλγήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νοσταλγήσει
εμείς θα έχουμε νοσταλγήσει
εσείς θα έχετε νοσταλγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νοσταλγήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) νοσταλγείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) νοστάλγησε
(εσείς) νοσταλγήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

νοσταλγώντας / έχοντας νοσταλγήσει

Απαρέμφατο

νοσταλγήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.