to treat
Πλήρης κλίση του ρήματος νοσηλεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ νοσηλεύω
εσύ νοσηλεύεις
αυτός/αυτή/αυτό νοσηλεύει
εμείς νοσηλεύουμε
εσείς νοσηλεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά νοσηλεύουν / νοσηλεύουνε
Παρατατικός
εγώ νοσήλευα
εσύ νοσήλευες
αυτός/αυτή/αυτό νοσήλευε
εμείς νοσηλεύαμε
εσείς νοσηλεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά νοσήλευαν / νοσηλεύαν / νοσηλεύανε
Αόριστος
εγώ νοσήλευσα
εσύ νοσήλευσες
αυτός/αυτή/αυτό νοσήλευσε
εμείς νοσηλεύσαμε
εσείς νοσηλεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά νοσήλευσαν / νοσηλεύσαν / νοσηλεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα νοσηλεύω
εσύ θα νοσηλεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νοσηλεύει
εμείς θα νοσηλεύουμε
εσείς θα νοσηλεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοσηλεύουν / θα νοσηλεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοσηλεύσω
εσύ θα νοσηλεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νοσηλεύσει
εμείς θα νοσηλεύσουμε
εσείς θα νοσηλεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοσηλεύσουν / θα νοσηλεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να νοσηλεύσω
εσύ να νοσηλεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να νοσηλεύσει
εμείς να νοσηλεύσουμε
εσείς να νοσηλεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να νοσηλεύσουν / νοσηλεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω νοσηλεύσει
εσύ έχεις νοσηλεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει νοσηλεύσει
εμείς έχουμε νοσηλεύσει
εσείς έχετε νοσηλεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νοσηλεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα νοσηλεύσει
εσύ είχες νοσηλεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε νοσηλεύσει
εμείς είχαμε νοσηλεύσει
εσείς είχατε νοσηλεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νοσηλεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω νοσηλεύσει
εσύ θα έχεις νοσηλεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νοσηλεύσει
εμείς θα έχουμε νοσηλεύσει
εσείς θα έχετε νοσηλεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νοσηλεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) νοσήλευε
(εσείς) νοσηλεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) νοσήλευσε
(εσείς) νοσηλεύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ νοσηλεύομαι
εσύ νοσηλεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό νοσηλεύεται
εμείς νοσηλευόμαστε
εσείς νοσηλεύεστε / νοσηλευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά νοσηλεύονται
Παρατατικός
εγώ νοσηλευόμουν / νοσηλευόμουνα
εσύ νοσηλευόσουν / νοσηλευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό νοσηλευόταν / νοσηλευότανε
εμείς νοσηλευόμασταν / νοσηλευόμαστε
εσείς νοσηλευόσασταν / νοσηλευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά νοσηλεύονταν / νοσηλευόντουσαν
Αόριστος
εγώ νοσηλεύτηκα / νοσηλεύθηκα
εσύ νοσηλεύτηκες / νοσηλεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό νοσηλεύτηκε / νοσηλεύθηκε
εμείς νοσηλευτήκαμε / νοσηλευθήκαμε
εσείς νοσηλευτήκατε / νοσηλευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά νοσηλεύτηκαν / νοσηλευτήκαν / νοσηλευτήκανε / νοσηλεύθηκαν / νοσηλευθήκαν / νοσηλευθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα νοσηλεύομαι
εσύ θα νοσηλεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα νοσηλεύεται
εμείς θα νοσηλευόμαστε
εσείς θα νοσηλεύεστε / θα νοσηλευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοσηλεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοσηλευτώ / θα νοσηλευθώ
εσύ θα νοσηλευτείς / θα νοσηλευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα νοσηλευτεί / θα νοσηλευθεί
εμείς θα νοσηλευτούμε / θα νοσηλευθούμε
εσείς θα νοσηλευτείτε / θα νοσηλευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοσηλευτούν / θα νοσηλευτούνε / θα νοσηλευθούν / θα νοσηλευθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να νοσηλευτώ / νοσηλευθώ
εσύ να νοσηλευτείς / νοσηλευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
εμείς να νοσηλευτούμε / νοσηλευθούμε
εσείς να νοσηλευτείτε / νοσηλευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να νοσηλευτούν / νοσηλευτούνε / νοσηλευθούν / νοσηλευθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
εσύ έχεις νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
εμείς έχουμε νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
εσείς έχετε νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
εσύ είχες νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
εμείς είχαμε νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
εσείς είχατε νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
εσύ θα έχεις νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
εμείς θα έχουμε νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
εσείς θα έχετε νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) νοσηλεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) νοσηλεύσου
(εσείς) νοσηλευτείτε / νοσηλευθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
νοσηλεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας νοσηλεύσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
νοσηλευόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
νοσηλευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
νοσηλεύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
νοσηλευτεί / νοσηλευθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.