Κλίση του ρήματος νοιάζομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

νοιάζομαι
to care for
Πλήρης κλίση του ρήματος νοιάζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

αυτός/αυτή/αυτό νοιάζει
αυτοί/αυτές/αυτά νοιάζουν

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό ένοιαζε
αυτοί/αυτές/αυτά ένοιαζαν

Αόριστος

αυτός/αυτή/αυτό ένοιαξε
αυτοί/αυτές/αυτά ένοιαξαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

αυτός/αυτή/αυτό θα νοιάζει
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοιάζουν

Στιγμιαίος μέλλοντας

αυτός/αυτή/αυτό θα νοιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοιάξουν

Υποτακτική (να)

αυτός/αυτή/αυτό να νοιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά να νοιάξουν

Παρακείμενος

εγώ έχω νοιάξει
εσύ έχεις νοιάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει νοιάξει
εμείς έχουμε νοιάξει
εσείς έχετε νοιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νοιάξει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα νοιάξει
εσύ είχες νοιάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε νοιάξει
εμείς είχαμε νοιάξει
εσείς είχατε νοιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νοιάξει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω νοιάξει
εσύ θα έχεις νοιάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νοιάξει
εμείς θα έχουμε νοιάξει
εσείς θα έχετε νοιάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νοιάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ νοιάζομαι
εσύ νοιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό νοιάζεται
εμείς νοιαζόμαστε
εσείς νοιάζεστε / νοιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά νοιάζονται

Παρατατικός

εγώ νοιαζόμουν / νοιαζόμουνα
εσύ νοιαζόσουν / νοιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό νοιαζόταν / νοιαζότανε
εμείς νοιαζόμασταν / νοιαζόμαστε
εσείς νοιαζόσασταν / νοιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά νοιάζονταν / νοιαζόντουσαν

Αόριστος

εγώ νοιάστηκα
εσύ νοιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό νοιάστηκε
εμείς νοιαστήκαμε
εσείς νοιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά νοιάστηκαν / νοιαστήκαν / νοιαστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα νοιάζομαι
εσύ θα νοιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα νοιάζεται
εμείς θα νοιαζόμαστε
εσείς θα νοιάζεστε / θα νοιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοιάζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα νοιαστώ
εσύ θα νοιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα νοιαστεί
εμείς θα νοιαστούμε
εσείς θα νοιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νοιαστούν / θα νοιαστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να νοιαστώ
εσύ να νοιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να νοιαστεί
εμείς να νοιαστούμε
εσείς να νοιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να νοιαστούν / νοιαστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω νοιαστεί
εσύ έχεις νοιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει νοιαστεί
εμείς έχουμε νοιαστεί
εσείς έχετε νοιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νοιαστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα νοιαστεί
εσύ είχες νοιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε νοιαστεί
εμείς είχαμε νοιαστεί
εσείς είχατε νοιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νοιαστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω νοιαστεί
εσύ θα έχεις νοιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νοιαστεί
εμείς θα έχουμε νοιαστεί
εσείς θα έχετε νοιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νοιαστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) νοιάζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) νοιάσου / νοιάξου
(εσείς) νοιαστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή παρακειμένου

νοιασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

νοιάξει

Απαρέμφατο (παθητικό)

νοιαστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.