Κλίση του ρήματος νικάω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

νικάω
to win, prevail (most senses)
Πλήρης κλίση του ρήματος νικάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ νικάω / νικώ
εσύ νικάς
αυτός/αυτή/αυτό νικάει / νικά
εμείς νικάμε / νικούμε
εσείς νικάτε
αυτοί/αυτές/αυτά νικάνε / νικάν / νικούν / νικούνε

Παρατατικός

εγώ νικούσα / νίκαγα
εσύ νικούσες / νίκαγες
αυτός/αυτή/αυτό νικούσε / νίκαγε
εμείς νικούσαμε / νικάγαμε
εσείς νικούσατε / νικάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά νικούσαν / νικούσανε / νίκαγαν / νικάγανε

Αόριστος

εγώ νίκησα
εσύ νίκησες
αυτός/αυτή/αυτό νίκησε
εμείς νικήσαμε
εσείς νικήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά νίκησαν / νικήσαν / νικήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα νικάω / θα νικώ
εσύ θα νικάς
αυτός/αυτή/αυτό θα νικάει / θα νικά
εμείς θα νικάμε / θα νικούμε
εσείς θα νικάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νικάνε / θα νικάν / θα νικούν / θα νικούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα νικήσω
εσύ θα νικήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νικήσει
εμείς θα νικήσουμε
εσείς θα νικήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νικήσουν / θα νικήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να νικήσω
εσύ να νικήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να νικήσει
εμείς να νικήσουμε
εσείς να νικήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να νικήσουν / νικήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω νικήσει
εσύ έχεις νικήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει νικήσει
εμείς έχουμε νικήσει
εσείς έχετε νικήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νικήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα νικήσει
εσύ είχες νικήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε νικήσει
εμείς είχαμε νικήσει
εσείς είχατε νικήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νικήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω νικήσει
εσύ θα έχεις νικήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νικήσει
εμείς θα έχουμε νικήσει
εσείς θα έχετε νικήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νικήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) νίκα / νίκαγε
(εσείς) νικάτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) νίκησε / νίκα
(εσείς) νικήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ νικιέμαι
εσύ νικιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό νικιέται
εμείς νικιόμαστε
εσείς νικιέστε / νικιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά νικιούνται / νικιόνται

Παρατατικός

εγώ νικιόμουν / νικιόμουνα
εσύ νικιόσουν / νικιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό νικιόταν / νικιότανε
εμείς νικιόμασταν / νικιόμαστε
εσείς νικιόσασταν / νικιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά νικιόνταν / νικιόντανε / νικιόντουσαν / νικιούνταν

Αόριστος

εγώ νικήθηκα
εσύ νικήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό νικήθηκε
εμείς νικηθήκαμε
εσείς νικηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά νικήθηκαν / νικηθήκαν / νικηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα νικιέμαι
εσύ θα νικιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα νικιέται
εμείς θα νικιόμαστε
εσείς θα νικιέστε / θα νικιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νικιούνται / θα νικιόνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα νικηθώ
εσύ θα νικηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα νικηθεί
εμείς θα νικηθούμε
εσείς θα νικηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νικηθούν / θα νικηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να νικηθώ
εσύ να νικηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να νικηθεί
εμείς να νικηθούμε
εσείς να νικηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να νικηθούν / νικηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω νικηθεί
εσύ έχεις νικηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει νικηθεί
εμείς έχουμε νικηθεί
εσείς έχετε νικηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νικηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα νικηθεί
εσύ είχες νικηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε νικηθεί
εμείς είχαμε νικηθεί
εσείς είχατε νικηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νικηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω νικηθεί
εσύ θα έχεις νικηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νικηθεί
εμείς θα έχουμε νικηθεί
εσείς θα έχετε νικηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νικηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) νικιέστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) νικήσου
(εσείς) νικηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

νικώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας νικήσει

Μετοχή παρακειμένου

νικημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

νικήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

νικηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.