Κλίση του ρήματος νιαουρίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

νιαουρίζω
to meow, miaow (the cry of a cat)
Πλήρης κλίση του ρήματος νιαουρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ νιαουρίζω
εσύ νιαουρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό νιαουρίζει
εμείς νιαουρίζουμε
εσείς νιαουρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά νιαουρίζουν / νιαουρίζουνε

Παρατατικός

εγώ νιαούριζα
εσύ νιαούριζες
αυτός/αυτή/αυτό νιαούριζε
εμείς νιαουρίζαμε
εσείς νιαουρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά νιαούριζαν / νιαουρίζαν / νιαουρίζανε

Αόριστος

εγώ νιαούρισα
εσύ νιαούρισες
αυτός/αυτή/αυτό νιαούρισε
εμείς νιαουρίσαμε
εσείς νιαουρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά νιαούρισαν / νιαουρίσαν / νιαουρίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα νιαουρίζω
εσύ θα νιαουρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νιαουρίζει
εμείς θα νιαουρίζουμε
εσείς θα νιαουρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νιαουρίζουν / θα νιαουρίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα νιαουρίσω
εσύ θα νιαουρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νιαουρίσει
εμείς θα νιαουρίσουμε
εσείς θα νιαουρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νιαουρίσουν / θα νιαουρίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να νιαουρίσω
εσύ να νιαουρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να νιαουρίσει
εμείς να νιαουρίσουμε
εσείς να νιαουρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να νιαουρίσουν / νιαουρίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω νιαουρίσει
εσύ έχεις νιαουρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει νιαουρίσει
εμείς έχουμε νιαουρίσει
εσείς έχετε νιαουρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νιαουρίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα νιαουρίσει
εσύ είχες νιαουρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε νιαουρίσει
εμείς είχαμε νιαουρίσει
εσείς είχατε νιαουρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νιαουρίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω νιαουρίσει
εσύ θα έχεις νιαουρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νιαουρίσει
εμείς θα έχουμε νιαουρίσει
εσείς θα έχετε νιαουρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νιαουρίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) νιαούριζε
(εσείς) νιαουρίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) νιαούρισε
(εσείς) νιαουρίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

νιαουρίζοντας / έχοντας νιαουρίσει

Απαρέμφατο

νιαουρίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.