to fast
Πλήρης κλίση του ρήματος νηστεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ νηστεύω
εσύ νηστεύεις
αυτός/αυτή/αυτό νηστεύει
εμείς νηστεύουμε
εσείς νηστεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά νηστεύουν / νηστεύουνε
Παρατατικός
εγώ νήστευα
εσύ νήστευες
αυτός/αυτή/αυτό νήστευε
εμείς νηστεύαμε
εσείς νηστεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά νήστευαν / νηστεύαν / νηστεύανε
Αόριστος
εγώ νήστεψα
εσύ νήστεψες
αυτός/αυτή/αυτό νήστεψε
εμείς νηστέψαμε
εσείς νηστέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά νήστεψαν / νηστέψαν / νηστέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα νηστεύω
εσύ θα νηστεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νηστεύει
εμείς θα νηστεύουμε
εσείς θα νηστεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νηστεύουν / θα νηστεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νηστέψω
εσύ θα νηστέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νηστέψει
εμείς θα νηστέψουμε
εσείς θα νηστέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νηστέψουν / θα νηστέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να νηστέψω
εσύ να νηστέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να νηστέψει
εμείς να νηστέψουμε
εσείς να νηστέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να νηστέψουν / νηστέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω νηστέψει
εσύ έχεις νηστέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει νηστέψει
εμείς έχουμε νηστέψει
εσείς έχετε νηστέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νηστέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα νηστέψει
εσύ είχες νηστέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε νηστέψει
εμείς είχαμε νηστέψει
εσείς είχατε νηστέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νηστέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω νηστέψει
εσύ θα έχεις νηστέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νηστέψει
εμείς θα έχουμε νηστέψει
εσείς θα έχετε νηστέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νηστέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) νήστευε
(εσείς) νηστεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) νήστεψε
(εσείς) νηστέψτε / νηστεύτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
νηστεύοντας / έχοντας νηστέψει
Απαρέμφατο
νηστέψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.