to annoy, to irritate
Πλήρης κλίση του ρήματος νευριάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ νευριάζω
εσύ νευριάζεις
αυτός/αυτή/αυτό νευριάζει
εμείς νευριάζουμε
εσείς νευριάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά νευριάζουν / νευριάζουνε
Παρατατικός
εγώ νευρίαζα
εσύ νευρίαζες
αυτός/αυτή/αυτό νευρίαζε
εμείς νευριάζαμε
εσείς νευριάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά νευρίαζαν / νευριάζαν / νευριάζανε
Αόριστος
εγώ νευρίασα
εσύ νευρίασες
αυτός/αυτή/αυτό νευρίασε
εμείς νευριάσαμε
εσείς νευριάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά νευρίασαν / νευριάσαν / νευριάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα νευριάζω
εσύ θα νευριάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νευριάζει
εμείς θα νευριάζουμε
εσείς θα νευριάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νευριάζουν / θα νευριάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νευριάσω
εσύ θα νευριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα νευριάσει
εμείς θα νευριάσουμε
εσείς θα νευριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα νευριάσουν / θα νευριάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να νευριάσω
εσύ να νευριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να νευριάσει
εμείς να νευριάσουμε
εσείς να νευριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να νευριάσουν / νευριάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω νευριάσει
εσύ έχεις νευριάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει νευριάσει
εμείς έχουμε νευριάσει
εσείς έχετε νευριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν νευριάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα νευριάσει
εσύ είχες νευριάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε νευριάσει
εμείς είχαμε νευριάσει
εσείς είχατε νευριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν νευριάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω νευριάσει
εσύ θα έχεις νευριάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει νευριάσει
εμείς θα έχουμε νευριάσει
εσείς θα έχετε νευριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν νευριάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) νευρίαζε
(εσείς) νευριάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) νευρίασε
(εσείς) νευριάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
νευριάζοντας / έχοντας νευριάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
νευριασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
νευριάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.