to be bothered by flies
Πλήρης κλίση του ρήματος μυγιάζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μυγιάζομαι
εσύ μυγιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μυγιάζεται
εμείς μυγιαζόμαστε
εσείς μυγιάζεστε / μυγιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μυγιάζονται
Παρατατικός
εγώ μυγιαζόμουν / μυγιαζόμουνα
εσύ μυγιαζόσουν / μυγιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μυγιαζόταν / μυγιαζότανε
εμείς μυγιαζόμασταν / μυγιαζόμαστε
εσείς μυγιαζόσασταν / μυγιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μυγιάζονταν / μυγιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ μυγιάστηκα
εσύ μυγιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό μυγιάστηκε
εμείς μυγιαστήκαμε
εσείς μυγιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μυγιάστηκαν / μυγιαστήκαν / μυγιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μυγιάζομαι
εσύ θα μυγιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μυγιάζεται
εμείς θα μυγιαζόμαστε
εσείς θα μυγιάζεστε / θα μυγιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μυγιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μυγιαστώ
εσύ θα μυγιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μυγιαστεί
εμείς θα μυγιαστούμε
εσείς θα μυγιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μυγιαστούν / θα μυγιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μυγιαστώ
εσύ να μυγιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να μυγιαστεί
εμείς να μυγιαστούμε
εσείς να μυγιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μυγιαστούν / μυγιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μυγιαστεί
εσύ έχεις μυγιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μυγιαστεί
εμείς έχουμε μυγιαστεί
εσείς έχετε μυγιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μυγιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μυγιαστεί
εσύ είχες μυγιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μυγιαστεί
εμείς είχαμε μυγιαστεί
εσείς είχατε μυγιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μυγιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μυγιαστεί
εσύ θα έχεις μυγιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μυγιαστεί
εμείς θα έχουμε μυγιαστεί
εσείς θα έχετε μυγιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μυγιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μυγιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μυγιάσου
(εσείς) μυγιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
μυγιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.