to boycott
Πλήρης κλίση του ρήματος μποϊκοτάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μποϊκοτάρω
εσύ μποϊκοτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό μποϊκοτάρει
εμείς μποϊκοτάρουμε
εσείς μποϊκοτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά μποϊκοτάρουν / μποϊκοτάρουνε
Παρατατικός
εγώ μποϊκοτάριζα
εσύ μποϊκοτάριζες
αυτός/αυτή/αυτό μποϊκοτάριζε
εμείς μποϊκοτάραμε
εσείς μποϊκοτάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά μποϊκοτάριζαν / μποϊκοτάραν / μποϊκοτάρανε
Αόριστος
εγώ μποϊκοτάρισα
εσύ μποϊκοτάρισες
αυτός/αυτή/αυτό μποϊκοτάρισε
εμείς μποϊκοτάραμε
εσείς μποϊκοτάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά μποϊκοτάρισαν / μποϊκοτάραν / μποϊκοτάρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μποϊκοτάρω
εσύ θα μποϊκοτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μποϊκοτάρει
εμείς θα μποϊκοτάρουμε
εσείς θα μποϊκοτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μποϊκοτάρουν / θα μποϊκοτάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μποϊκοτάρω
εσύ θα μποϊκοτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μποϊκοτάρει
εμείς θα μποϊκοτάρουμε
εσείς θα μποϊκοτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μποϊκοτάρουν / θα μποϊκοτάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μποϊκοτάρω
εσύ να μποϊκοτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να μποϊκοτάρει
εμείς να μποϊκοτάρουμε
εσείς να μποϊκοτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μποϊκοτάρουν / μποϊκοτάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μποϊκοτάρει
εσύ έχεις μποϊκοτάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μποϊκοτάρει
εμείς έχουμε μποϊκοτάρει
εσείς έχετε μποϊκοτάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μποϊκοτάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μποϊκοτάρει
εσύ είχες μποϊκοτάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μποϊκοτάρει
εμείς είχαμε μποϊκοτάρει
εσείς είχατε μποϊκοτάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μποϊκοτάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μποϊκοτάρει
εσύ θα έχεις μποϊκοτάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μποϊκοτάρει
εμείς θα έχουμε μποϊκοτάρει
εσείς θα έχετε μποϊκοτάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μποϊκοτάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μποϊκοτάριζε
(εσείς) μποϊκοτάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μποϊκοτάρισε
(εσείς) μποϊκοτάρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μποϊκοτάρομαι
εσύ μποϊκοτάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μποϊκοτάρεται
εμείς μποϊκοταριζόμαστε
εσείς μποϊκοτάρεστε / μποϊκοταριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μποϊκοτάρονται
Παρατατικός
εγώ μποϊκοταριζόμουν / μποϊκοταριζόμουνα
εσύ μποϊκοταριζόσουν / μποϊκοταριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μποϊκοταριζόταν / μποϊκοταριζότανε
εμείς μποϊκοταριζόμασταν / μποϊκοταριζόμαστε
εσείς μποϊκοταριζόσασταν / μποϊκοταριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μποϊκοτάρονταν / μποϊκοταριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ μποϊκοταρίστηκα
εσύ μποϊκοταρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό μποϊκοταρίστηκε
εμείς μποϊκοταριστήκαμε
εσείς μποϊκοταριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μποϊκοταρίστηκαν / μποϊκοταριστήκαν / μποϊκοταριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μποϊκοτάρομαι
εσύ θα μποϊκοτάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μποϊκοτάρεται
εμείς θα μποϊκοταριζόμαστε
εσείς θα μποϊκοτάρεστε / θα μποϊκοταριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μποϊκοτάρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μποϊκοταριστώ
εσύ θα μποϊκοταριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μποϊκοταριστεί
εμείς θα μποϊκοταριστούμε
εσείς θα μποϊκοταριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μποϊκοταριστούν / θα μποϊκοταριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μποϊκοταριστώ
εσύ να μποϊκοταριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να μποϊκοταριστεί
εμείς να μποϊκοταριστούμε
εσείς να μποϊκοταριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μποϊκοταριστούν / μποϊκοταριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μποϊκοταριστεί
εσύ έχεις μποϊκοταριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μποϊκοταριστεί
εμείς έχουμε μποϊκοταριστεί
εσείς έχετε μποϊκοταριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μποϊκοταριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μποϊκοταριστεί
εσύ είχες μποϊκοταριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μποϊκοταριστεί
εμείς είχαμε μποϊκοταριστεί
εσείς είχατε μποϊκοταριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μποϊκοταριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μποϊκοταριστεί
εσύ θα έχεις μποϊκοταριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μποϊκοταριστεί
εμείς θα έχουμε μποϊκοταριστεί
εσείς θα έχετε μποϊκοταριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μποϊκοταριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μποϊκοτάρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μποϊκοταρίσου
(εσείς) μποϊκοταριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μποϊκοτάροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μποϊκοτάρει
Απαρέμφατο
μποϊκοτάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μποϊκοταριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.