to rumble (to make a low, heavy, continuous sound)
Πλήρης κλίση του ρήματος μπουμπουνίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μπουμπουνίζω
εσύ μπουμπουνίζεις
αυτός/αυτή/αυτό μπουμπουνίζει
εμείς μπουμπουνίζουμε
εσείς μπουμπουνίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά μπουμπουνίζουν / μπουμπουνίζουνε
Παρατατικός
εγώ μπουμπούνιζα
εσύ μπουμπούνιζες
αυτός/αυτή/αυτό μπουμπούνιζε
εμείς μπουμπουνίζαμε
εσείς μπουμπουνίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά μπουμπούνιζαν / μπουμπουνίζαν / μπουμπουνίζανε
Αόριστος
εγώ μπουμπούνισα
εσύ μπουμπούνισες
αυτός/αυτή/αυτό μπουμπούνισε
εμείς μπουμπουνίσαμε
εσείς μπουμπουνίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μπουμπούνισαν / μπουμπουνίσαν / μπουμπουνίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μπουμπουνίζω
εσύ θα μπουμπουνίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μπουμπουνίζει
εμείς θα μπουμπουνίζουμε
εσείς θα μπουμπουνίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μπουμπουνίζουν / θα μπουμπουνίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μπουμπουνίσω
εσύ θα μπουμπουνίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μπουμπουνίσει
εμείς θα μπουμπουνίσουμε
εσείς θα μπουμπουνίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μπουμπουνίσουν / θα μπουμπουνίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μπουμπουνίσω
εσύ να μπουμπουνίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μπουμπουνίσει
εμείς να μπουμπουνίσουμε
εσείς να μπουμπουνίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μπουμπουνίσουν / μπουμπουνίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μπουμπουνίσει
εσύ έχεις μπουμπουνίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μπουμπουνίσει
εμείς έχουμε μπουμπουνίσει
εσείς έχετε μπουμπουνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μπουμπουνίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μπουμπουνίσει
εσύ είχες μπουμπουνίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μπουμπουνίσει
εμείς είχαμε μπουμπουνίσει
εσείς είχατε μπουμπουνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μπουμπουνίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μπουμπουνίσει
εσύ θα έχεις μπουμπουνίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μπουμπουνίσει
εμείς θα έχουμε μπουμπουνίσει
εσείς θα έχετε μπουμπουνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μπουμπουνίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μπουμπούνιζε
(εσείς) μπουμπουνίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μπουμπούνισε
(εσείς) μπουμπουνίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μπουμπουνίζοντας / έχοντας μπουμπουνίσει
Απαρέμφατο
μπουμπουνίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.