I can, be able
Πλήρης κλίση του ρήματος μπορώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μπορώ
εσύ μπορείς
αυτός/αυτή/αυτό μπορεί
εμείς μπορούμε
εσείς μπορείτε
αυτοί/αυτές/αυτά μπορούν / μπορούνε
Παρατατικός
εγώ μπορούσα
εσύ μπορούσες
αυτός/αυτή/αυτό μπορούσε
εμείς μπορούσαμε
εσείς μπορούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μπορούσαν / μπορούσανε
Αόριστος
εγώ μπόρεσα
εσύ μπόρεσες
αυτός/αυτή/αυτό μπόρεσε
εμείς μπορέσαμε
εσείς μπορέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μπόρεσαν / μπορέσαν / μπορέσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μπορώ
εσύ θα μπορείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μπορεί
εμείς θα μπορούμε
εσείς θα μπορείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μπορούν / θα μπορούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μπορέσω
εσύ θα μπορέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μπορέσει
εμείς θα μπορέσουμε
εσείς θα μπορέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μπορέσουν / θα μπορέσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μπορέσω
εσύ να μπορέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μπορέσει
εμείς να μπορέσουμε
εσείς να μπορέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μπορέσουν / μπορέσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μπορέσει
εσύ έχεις μπορέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μπορέσει
εμείς έχουμε μπορέσει
εσείς έχετε μπορέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μπορέσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μπορέσει
εσύ είχες μπορέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μπορέσει
εμείς είχαμε μπορέσει
εσείς είχατε μπορέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μπορέσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μπορέσει
εσύ θα έχεις μπορέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μπορέσει
εμείς θα έχουμε μπορέσει
εσείς θα έχετε μπορέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μπορέσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μπορείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μπόρεσε
(εσείς) μπορέστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μπορώντας / έχοντας μπορέσει
Απαρέμφατο
μπορέσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.