alternative form of μπουνατσάρει (bounatsárei)
Πλήρης κλίση του ρήματος μπονατσάρει: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
αυτός/αυτή/αυτό μπονατσάρει
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό μπονατσάριζε
Αόριστος
αυτός/αυτή/αυτό μπονατσάρισε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
αυτός/αυτή/αυτό θα μπονατσάρει
Στιγμιαίος μέλλοντας
αυτός/αυτή/αυτό θα μπονατσάρει
Υποτακτική (να)
αυτός/αυτή/αυτό να μπονατσάρει
Παρακείμενος
εγώ έχω μπονατσάρει
εσύ έχεις μπονατσάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μπονατσάρει
εμείς έχουμε μπονατσάρει
εσείς έχετε μπονατσάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μπονατσάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μπονατσάρει
εσύ είχες μπονατσάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μπονατσάρει
εμείς είχαμε μπονατσάρει
εσείς είχατε μπονατσάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μπονατσάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μπονατσάρει
εσύ θα έχεις μπονατσάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μπονατσάρει
εμείς θα έχουμε μπονατσάρει
εσείς θα έχετε μπονατσάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μπονατσάρει
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο
μπονατσάρει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.