alternative form of εμποδίζω (empodízo)
Πλήρης κλίση του ρήματος μποδίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μποδίζω
εσύ μποδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό μποδίζει
εμείς μποδίζουμε
εσείς μποδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά μποδίζουν / μποδίζουνε
Παρατατικός
εγώ μπόδιζα
εσύ μπόδιζες
αυτός/αυτή/αυτό μπόδιζε
εμείς μποδίζαμε
εσείς μποδίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά μπόδιζαν / μποδίζαν / μποδίζανε
Αόριστος
εγώ μπόδισα
εσύ μπόδισες
αυτός/αυτή/αυτό μπόδισε
εμείς μποδίσαμε
εσείς μποδίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μπόδισαν / μποδίσαν / μποδίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μποδίζω
εσύ θα μποδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μποδίζει
εμείς θα μποδίζουμε
εσείς θα μποδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μποδίζουν / θα μποδίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μποδίσω
εσύ θα μποδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μποδίσει
εμείς θα μποδίσουμε
εσείς θα μποδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μποδίσουν / θα μποδίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μποδίσω
εσύ να μποδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μποδίσει
εμείς να μποδίσουμε
εσείς να μποδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μποδίσουν / μποδίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μποδίσει
εσύ έχεις μποδίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μποδίσει
εμείς έχουμε μποδίσει
εσείς έχετε μποδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μποδίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μποδίσει
εσύ είχες μποδίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μποδίσει
εμείς είχαμε μποδίσει
εσείς είχατε μποδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μποδίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μποδίσει
εσύ θα έχεις μποδίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μποδίσει
εμείς θα έχουμε μποδίσει
εσείς θα έχετε μποδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μποδίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μπόδιζε
(εσείς) μποδίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μπόδισε
(εσείς) μποδίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μποδίζομαι
εσύ μποδίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μποδίζεται
εμείς μποδιζόμαστε
εσείς μποδίζεστε / μποδιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μποδίζονται
Παρατατικός
εγώ μποδιζόμουν / μποδιζόμουνα
εσύ μποδιζόσουν / μποδιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μποδιζόταν / μποδιζότανε
εμείς μποδιζόμασταν / μποδιζόμαστε
εσείς μποδιζόσασταν / μποδιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μποδίζονταν / μποδιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ μποδίστηκα
εσύ μποδίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό μποδίστηκε
εμείς μποδιστήκαμε
εσείς μποδιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μποδίστηκαν / μποδιστήκαν / μποδιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μποδίζομαι
εσύ θα μποδίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μποδίζεται
εμείς θα μποδιζόμαστε
εσείς θα μποδίζεστε / θα μποδιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μποδίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μποδιστώ
εσύ θα μποδιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μποδιστεί
εμείς θα μποδιστούμε
εσείς θα μποδιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μποδιστούν / θα μποδιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μποδιστώ
εσύ να μποδιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να μποδιστεί
εμείς να μποδιστούμε
εσείς να μποδιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μποδιστούν / μποδιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μποδιστεί
εσύ έχεις μποδιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μποδιστεί
εμείς έχουμε μποδιστεί
εσείς έχετε μποδιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μποδιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μποδιστεί
εσύ είχες μποδιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μποδιστεί
εμείς είχαμε μποδιστεί
εσείς είχατε μποδιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μποδιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μποδιστεί
εσύ θα έχεις μποδιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μποδιστεί
εμείς θα έχουμε μποδιστεί
εσείς θα έχετε μποδιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μποδιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μποδίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μποδίσου
(εσείς) μποδιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μποδίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μποδίσει
Μετοχή παρακειμένου
μποδισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μποδίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μποδιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.