to block (to fill or obstruct (something) so that it is not possible to pass)
Πλήρης κλίση του ρήματος μπλοκάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μπλοκάρω
εσύ μπλοκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό μπλοκάρει
εμείς μπλοκάρουμε
εσείς μπλοκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά μπλοκάρουν / μπλοκάρουνε
Παρατατικός
εγώ μπλοκάριζα
εσύ μπλοκάριζες
αυτός/αυτή/αυτό μπλοκάριζε
εμείς μπλοκάραμε
εσείς μπλοκάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά μπλοκάριζαν / μπλοκάραν / μπλοκάρανε
Αόριστος
εγώ μπλοκάρισα
εσύ μπλοκάρισες
αυτός/αυτή/αυτό μπλοκάρισε
εμείς μπλοκάραμε
εσείς μπλοκάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά μπλοκάρισαν / μπλοκάραν / μπλοκάρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μπλοκάρω
εσύ θα μπλοκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μπλοκάρει
εμείς θα μπλοκάρουμε
εσείς θα μπλοκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μπλοκάρουν / θα μπλοκάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μπλοκάρω
εσύ θα μπλοκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μπλοκάρει
εμείς θα μπλοκάρουμε
εσείς θα μπλοκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μπλοκάρουν / θα μπλοκάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μπλοκάρω
εσύ να μπλοκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να μπλοκάρει
εμείς να μπλοκάρουμε
εσείς να μπλοκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μπλοκάρουν / μπλοκάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μπλοκάρει
εσύ έχεις μπλοκάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μπλοκάρει
εμείς έχουμε μπλοκάρει
εσείς έχετε μπλοκάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μπλοκάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μπλοκάρει
εσύ είχες μπλοκάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μπλοκάρει
εμείς είχαμε μπλοκάρει
εσείς είχατε μπλοκάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μπλοκάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μπλοκάρει
εσύ θα έχεις μπλοκάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μπλοκάρει
εμείς θα έχουμε μπλοκάρει
εσείς θα έχετε μπλοκάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μπλοκάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μπλοκάριζε
(εσείς) μπλοκάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μπλοκάρισε
(εσείς) μπλοκάρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μπλοκάρομαι
εσύ μπλοκάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μπλοκάρεται
εμείς μπλοκαριζόμαστε
εσείς μπλοκάρεστε / μπλοκαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μπλοκάρονται
Παρατατικός
εγώ μπλοκαριζόμουν / μπλοκαριζόμουνα
εσύ μπλοκαριζόσουν / μπλοκαριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μπλοκαριζόταν / μπλοκαριζότανε
εμείς μπλοκαριζόμασταν / μπλοκαριζόμαστε
εσείς μπλοκαριζόσασταν / μπλοκαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μπλοκάρονταν / μπλοκαριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ μπλοκαρίστηκα
εσύ μπλοκαρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό μπλοκαρίστηκε
εμείς μπλοκαριστήκαμε
εσείς μπλοκαριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μπλοκαρίστηκαν / μπλοκαριστήκαν / μπλοκαριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μπλοκάρομαι
εσύ θα μπλοκάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μπλοκάρεται
εμείς θα μπλοκαριζόμαστε
εσείς θα μπλοκάρεστε / θα μπλοκαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μπλοκάρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μπλοκαριστώ
εσύ θα μπλοκαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μπλοκαριστεί
εμείς θα μπλοκαριστούμε
εσείς θα μπλοκαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μπλοκαριστούν / θα μπλοκαριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μπλοκαριστώ
εσύ να μπλοκαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να μπλοκαριστεί
εμείς να μπλοκαριστούμε
εσείς να μπλοκαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μπλοκαριστούν / μπλοκαριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μπλοκαριστεί
εσύ έχεις μπλοκαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μπλοκαριστεί
εμείς έχουμε μπλοκαριστεί
εσείς έχετε μπλοκαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μπλοκαριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μπλοκαριστεί
εσύ είχες μπλοκαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μπλοκαριστεί
εμείς είχαμε μπλοκαριστεί
εσείς είχατε μπλοκαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μπλοκαριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μπλοκαριστεί
εσύ θα έχεις μπλοκαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μπλοκαριστεί
εμείς θα έχουμε μπλοκαριστεί
εσείς θα έχετε μπλοκαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μπλοκαριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μπλοκάρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μπλοκαρίσου
(εσείς) μπλοκαριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μπλοκάροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μπλοκάρει
Μετοχή παρακειμένου
μπλοκαρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μπλοκάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μπλοκαριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.