to tangle, entangle, involve
Πλήρης κλίση του ρήματος μπλέκω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μπλέκω
εσύ μπλέκεις
αυτός/αυτή/αυτό μπλέκει
εμείς μπλέκουμε
εσείς μπλέκετε
αυτοί/αυτές/αυτά μπλέκουν / μπλέκουνε
Παρατατικός
εγώ έμπλεκα
εσύ έμπλεκες
αυτός/αυτή/αυτό έμπλεκε
εμείς μπλέκαμε
εσείς μπλέκατε
αυτοί/αυτές/αυτά έμπλεκαν / μπλέκαν / μπλέκανε
Αόριστος
εγώ έμπλεξα
εσύ έμπλεξες
αυτός/αυτή/αυτό έμπλεξε
εμείς μπλέξαμε
εσείς μπλέξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έμπλεξαν / μπλέξαν / μπλέξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μπλέκω
εσύ θα μπλέκεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μπλέκει
εμείς θα μπλέκουμε
εσείς θα μπλέκετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μπλέκουν / θα μπλέκουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μπλέξω
εσύ θα μπλέξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μπλέξει
εμείς θα μπλέξουμε
εσείς θα μπλέξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μπλέξουν / θα μπλέξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μπλέξω
εσύ να μπλέξεις
αυτός/αυτή/αυτό να μπλέξει
εμείς να μπλέξουμε
εσείς να μπλέξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μπλέξουν / μπλέξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μπλέξει
εσύ έχεις μπλέξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μπλέξει
εμείς έχουμε μπλέξει
εσείς έχετε μπλέξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μπλέξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μπλέξει
εσύ είχες μπλέξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μπλέξει
εμείς είχαμε μπλέξει
εσείς είχατε μπλέξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μπλέξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μπλέξει
εσύ θα έχεις μπλέξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μπλέξει
εμείς θα έχουμε μπλέξει
εσείς θα έχετε μπλέξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μπλέξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μπλέκε
(εσείς) μπλέκετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μπλέξε / μπλέχ'
(εσείς) μπλέξτε / μπλέχτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μπλέκομαι
εσύ μπλέκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μπλέκεται
εμείς μπλεκόμαστε
εσείς μπλέκεστε / μπλεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μπλέκονται
Παρατατικός
εγώ μπλεκόμουν / μπλεκόμουνα
εσύ μπλεκόσουν / μπλεκόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μπλεκόταν / μπλεκότανε
εμείς μπλεκόμασταν / μπλεκόμαστε
εσείς μπλεκόσασταν / μπλεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μπλέκονταν / μπλεκόντουσαν
Αόριστος
εγώ μπλέχτηκα
εσύ μπλέχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό μπλέχτηκε
εμείς μπλεχτήκαμε
εσείς μπλεχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μπλέχτηκαν / μπλεχτήκαν / μπλεχτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μπλέκομαι
εσύ θα μπλέκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μπλέκεται
εμείς θα μπλεκόμαστε
εσείς θα μπλέκεστε / θα μπλεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μπλέκονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μπλεχτώ
εσύ θα μπλεχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μπλεχτεί
εμείς θα μπλεχτούμε
εσείς θα μπλεχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μπλεχτούν / θα μπλεχτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μπλεχτώ
εσύ να μπλεχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να μπλεχτεί
εμείς να μπλεχτούμε
εσείς να μπλεχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μπλεχτούν / μπλεχτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μπλεχτεί
εσύ έχεις μπλεχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μπλεχτεί
εμείς έχουμε μπλεχτεί
εσείς έχετε μπλεχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μπλεχτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μπλεχτεί
εσύ είχες μπλεχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μπλεχτεί
εμείς είχαμε μπλεχτεί
εσείς είχατε μπλεχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μπλεχτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μπλεχτεί
εσύ θα έχεις μπλεχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μπλεχτεί
εμείς θα έχουμε μπλεχτεί
εσείς θα έχετε μπλεχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μπλεχτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μπλέκεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μπλέξου
(εσείς) μπλεχτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μπλέκοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μπλέξει
Μετοχή παρακειμένου
μπλεγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μπλέξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μπλεχτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.