to enter, go in, come in, get in
Πλήρης κλίση του ρήματος μπαίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μπαίνω
εσύ μπαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό μπαίνει
εμείς μπαίνουμε
εσείς μπαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά μπαίνουν / μπαίνουνε
Παρατατικός
εγώ έμπαινα
εσύ έμπαινες
αυτός/αυτή/αυτό έμπαινε
εμείς μπαίναμε
εσείς μπαίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έμπαιναν / μπαίναν / μπαίνανε
Αόριστος
εγώ μπήκα
εσύ μπήκες
αυτός/αυτή/αυτό μπήκε
εμείς μπήκαμε
εσείς μπήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μπήκαν / μπήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μπαίνω
εσύ θα μπαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μπαίνει
εμείς θα μπαίνουμε
εσείς θα μπαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μπαίνουν / θα μπαίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μπω
εσύ θα μπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μπει
εμείς θα μπούμε
εσείς θα μπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μπουν / θα μπούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μπω
εσύ να μπεις
αυτός/αυτή/αυτό να μπει
εμείς να μπούμε
εσείς να μπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μπουν / μπούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μπει
εσύ έχεις μπει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μπει
εμείς έχουμε μπει
εσείς έχετε μπει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μπει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μπει
εσύ είχες μπει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μπει
εμείς είχαμε μπει
εσείς είχατε μπει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μπει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μπει
εσύ θα έχεις μπει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μπει
εμείς θα έχουμε μπει
εσείς θα έχετε μπει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μπει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μπαίνε / έμπαινε²
(εσείς) μπαίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μπες / έμπα
(εσείς) μπείτε / μπέστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μπαίνοντας / έχοντας μπει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
μπασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μπει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.