to labour (UK), to labor (US), to toil
Πλήρης κλίση του ρήματος μοχθώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μοχθώ
εσύ μοχθείς
αυτός/αυτή/αυτό μοχθεί
εμείς μοχθούμε
εσείς μοχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά μοχθούν / μοχθούνε
Παρατατικός
εγώ μοχθούσα
εσύ μοχθούσες
αυτός/αυτή/αυτό μοχθούσε
εμείς μοχθούσαμε
εσείς μοχθούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μοχθούσαν / μοχθούσανε
Αόριστος
εγώ μόχθησα
εσύ μόχθησες
αυτός/αυτή/αυτό μόχθησε
εμείς μοχθήσαμε
εσείς μοχθήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μόχθησαν / μοχθήσαν / μοχθήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μοχθώ
εσύ θα μοχθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μοχθεί
εμείς θα μοχθούμε
εσείς θα μοχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μοχθούν / θα μοχθούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μοχθήσω
εσύ θα μοχθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μοχθήσει
εμείς θα μοχθήσουμε
εσείς θα μοχθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μοχθήσουν / θα μοχθήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μοχθήσω
εσύ να μοχθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μοχθήσει
εμείς να μοχθήσουμε
εσείς να μοχθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μοχθήσουν / μοχθήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μοχθήσει
εσύ έχεις μοχθήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μοχθήσει
εμείς έχουμε μοχθήσει
εσείς έχετε μοχθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μοχθήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μοχθήσει
εσύ είχες μοχθήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μοχθήσει
εμείς είχαμε μοχθήσει
εσείς είχατε μοχθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μοχθήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μοχθήσει
εσύ θα έχεις μοχθήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μοχθήσει
εμείς θα έχουμε μοχθήσει
εσείς θα έχετε μοχθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μοχθήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μοχθείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μόχθησε
(εσείς) μοχθήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μοχθώντας / έχοντας μοχθήσει
Απαρέμφατο
μοχθήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.