Κλίση του ρήματος μουχλιάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

μουχλιάζω
to go mouldy, moulder, mould
Πλήρης κλίση του ρήματος μουχλιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ μουχλιάζω
εσύ μουχλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό μουχλιάζει
εμείς μουχλιάζουμε
εσείς μουχλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά μουχλιάζουν / μουχλιάζουνε

Παρατατικός

εγώ μούχλιαζα
εσύ μούχλιαζες
αυτός/αυτή/αυτό μούχλιαζε
εμείς μουχλιάζαμε
εσείς μουχλιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά μούχλιαζαν / μουχλιάζαν / μουχλιάζανε

Αόριστος

εγώ μούχλιασα
εσύ μούχλιασες
αυτός/αυτή/αυτό μούχλιασε
εμείς μουχλιάσαμε
εσείς μουχλιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μούχλιασαν / μουχλιάσαν / μουχλιάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα μουχλιάζω
εσύ θα μουχλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μουχλιάζει
εμείς θα μουχλιάζουμε
εσείς θα μουχλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μουχλιάζουν / θα μουχλιάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα μουχλιάσω
εσύ θα μουχλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μουχλιάσει
εμείς θα μουχλιάσουμε
εσείς θα μουχλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μουχλιάσουν / θα μουχλιάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να μουχλιάσω
εσύ να μουχλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μουχλιάσει
εμείς να μουχλιάσουμε
εσείς να μουχλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μουχλιάσουν / μουχλιάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω μουχλιάσει
εσύ έχεις μουχλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μουχλιάσει
εμείς έχουμε μουχλιάσει
εσείς έχετε μουχλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μουχλιάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα μουχλιάσει
εσύ είχες μουχλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μουχλιάσει
εμείς είχαμε μουχλιάσει
εσείς είχατε μουχλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μουχλιάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω μουχλιάσει
εσύ θα έχεις μουχλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μουχλιάσει
εμείς θα έχουμε μουχλιάσει
εσείς θα έχετε μουχλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μουχλιάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) μούχλιαζε
(εσείς) μουχλιάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) μούχλιασε
(εσείς) μουχλιάστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

μουχλιάζοντας / έχοντας μουχλιάσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

μουχλιασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

μουχλιάσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.