Κλίση του ρήματος μουσκεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

μουσκεύω
to ret
Πλήρης κλίση του ρήματος μουσκεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ μουσκεύω
εσύ μουσκεύεις
αυτός/αυτή/αυτό μουσκεύει
εμείς μουσκεύουμε
εσείς μουσκεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά μουσκεύουν / μουσκεύουνε

Παρατατικός

εγώ μούσκευα
εσύ μούσκευες
αυτός/αυτή/αυτό μούσκευε
εμείς μουσκεύαμε
εσείς μουσκεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά μούσκευαν / μουσκεύαν / μουσκεύανε

Αόριστος

εγώ μούσκεψα
εσύ μούσκεψες
αυτός/αυτή/αυτό μούσκεψε
εμείς μουσκέψαμε
εσείς μουσκέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά μούσκεψαν / μουσκέψαν / μουσκέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα μουσκεύω
εσύ θα μουσκεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μουσκεύει
εμείς θα μουσκεύουμε
εσείς θα μουσκεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μουσκεύουν / θα μουσκεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα μουσκέψω
εσύ θα μουσκέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μουσκέψει
εμείς θα μουσκέψουμε
εσείς θα μουσκέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μουσκέψουν / θα μουσκέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να μουσκέψω
εσύ να μουσκέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να μουσκέψει
εμείς να μουσκέψουμε
εσείς να μουσκέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μουσκέψουν / μουσκέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω μουσκέψει
εσύ έχεις μουσκέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μουσκέψει
εμείς έχουμε μουσκέψει
εσείς έχετε μουσκέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μουσκέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα μουσκέψει
εσύ είχες μουσκέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μουσκέψει
εμείς είχαμε μουσκέψει
εσείς είχατε μουσκέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μουσκέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω μουσκέψει
εσύ θα έχεις μουσκέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μουσκέψει
εμείς θα έχουμε μουσκέψει
εσείς θα έχετε μουσκέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μουσκέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) μούσκευε
(εσείς) μουσκεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) μούσκεψε / μούσκευ'
(εσείς) μουσκέψτε / μουσκεύτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ μουσκεύομαι
εσύ μουσκεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μουσκεύεται
εμείς μουσκευόμαστε
εσείς μουσκεύεστε / μουσκευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μουσκεύονται

Παρατατικός

εγώ μουσκευόμουν / μουσκευόμουνα
εσύ μουσκευόσουν / μουσκευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μουσκευόταν / μουσκευότανε
εμείς μουσκευόμασταν / μουσκευόμαστε
εσείς μουσκευόσασταν / μουσκευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μουσκεύονταν / μουσκευόντουσαν

Αόριστος

εγώ μουσκεύτηκα
εσύ μουσκεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό μουσκεύτηκε
εμείς μουσκευτήκαμε
εσείς μουσκευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μουσκεύτηκαν / μουσκευτήκαν / μουσκευτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα μουσκεύομαι
εσύ θα μουσκεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μουσκεύεται
εμείς θα μουσκευόμαστε
εσείς θα μουσκεύεστε / θα μουσκευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μουσκεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα μουσκευτώ
εσύ θα μουσκευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μουσκευτεί
εμείς θα μουσκευτούμε
εσείς θα μουσκευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μουσκευτούν / θα μουσκευτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να μουσκευτώ
εσύ να μουσκευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να μουσκευτεί
εμείς να μουσκευτούμε
εσείς να μουσκευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μουσκευτούν / μουσκευτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω μουσκευτεί
εσύ έχεις μουσκευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μουσκευτεί
εμείς έχουμε μουσκευτεί
εσείς έχετε μουσκευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μουσκευτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα μουσκευτεί
εσύ είχες μουσκευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μουσκευτεί
εμείς είχαμε μουσκευτεί
εσείς είχατε μουσκευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μουσκευτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω μουσκευτεί
εσύ θα έχεις μουσκευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μουσκευτεί
εμείς θα έχουμε μουσκευτεί
εσείς θα έχετε μουσκευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μουσκευτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) μουσκεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) μουσκέψου
(εσείς) μουσκευτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

μουσκεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας μουσκέψει

Μετοχή παρακειμένου

μουσκεμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

μουσκέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

μουσκευτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.