to murmur
Πλήρης κλίση του ρήματος μουρμουρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μουρμουρίζω
εσύ μουρμουρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό μουρμουρίζει
εμείς μουρμουρίζουμε
εσείς μουρμουρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά μουρμουρίζουν / μουρμουρίζουνε
Παρατατικός
εγώ μουρμούριζα
εσύ μουρμούριζες
αυτός/αυτή/αυτό μουρμούριζε
εμείς μουρμουρίζαμε
εσείς μουρμουρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά μουρμούριζαν / μουρμουρίζαν / μουρμουρίζανε
Αόριστος
εγώ μουρμούρισα
εσύ μουρμούρισες
αυτός/αυτή/αυτό μουρμούρισε
εμείς μουρμουρίσαμε
εσείς μουρμουρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μουρμούρισαν / μουρμουρίσαν / μουρμουρίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μουρμουρίζω
εσύ θα μουρμουρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μουρμουρίζει
εμείς θα μουρμουρίζουμε
εσείς θα μουρμουρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μουρμουρίζουν / θα μουρμουρίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μουρμουρίσω
εσύ θα μουρμουρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μουρμουρίσει
εμείς θα μουρμουρίσουμε
εσείς θα μουρμουρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μουρμουρίσουν / θα μουρμουρίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μουρμουρίσω
εσύ να μουρμουρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μουρμουρίσει
εμείς να μουρμουρίσουμε
εσείς να μουρμουρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μουρμουρίσουν / μουρμουρίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μουρμουρίσει
εσύ έχεις μουρμουρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μουρμουρίσει
εμείς έχουμε μουρμουρίσει
εσείς έχετε μουρμουρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μουρμουρίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μουρμουρίσει
εσύ είχες μουρμουρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μουρμουρίσει
εμείς είχαμε μουρμουρίσει
εσείς είχατε μουρμουρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μουρμουρίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μουρμουρίσει
εσύ θα έχεις μουρμουρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μουρμουρίσει
εμείς θα έχουμε μουρμουρίσει
εσείς θα έχετε μουρμουρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μουρμουρίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μουρμούριζε
(εσείς) μουρμουρίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μουρμούρισε
(εσείς) μουρμουρίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μουρμουρίζοντας / έχοντας μουρμουρίσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
μουρμούρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μουρμουρίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.