Κλίση του ρήματος μουγκρίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

μουγκρίζω
to bellow (to make a loud, deep, hollow noise like the roar of an angry bull)
Πλήρης κλίση του ρήματος μουγκρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ μουγκρίζω
εσύ μουγκρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό μουγκρίζει
εμείς μουγκρίζουμε
εσείς μουγκρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά μουγκρίζουν / μουγκρίζουνε

Παρατατικός

εγώ μούγκριζα
εσύ μούγκριζες
αυτός/αυτή/αυτό μούγκριζε
εμείς μουγκρίζαμε
εσείς μουγκρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά μούγκριζαν / μουγκρίζαν / μουγκρίζανε

Αόριστος

εγώ μούγκρισα
εσύ μούγκρισες
αυτός/αυτή/αυτό μούγκρισε
εμείς μουγκρίσαμε
εσείς μουγκρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μούγκρισαν / μουγκρίσαν / μουγκρίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα μουγκρίζω
εσύ θα μουγκρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μουγκρίζει
εμείς θα μουγκρίζουμε
εσείς θα μουγκρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μουγκρίζουν / θα μουγκρίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα μουγκρίσω
εσύ θα μουγκρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μουγκρίσει
εμείς θα μουγκρίσουμε
εσείς θα μουγκρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μουγκρίσουν / θα μουγκρίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να μουγκρίσω
εσύ να μουγκρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μουγκρίσει
εμείς να μουγκρίσουμε
εσείς να μουγκρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μουγκρίσουν / μουγκρίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω μουγκρίσει
εσύ έχεις μουγκρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μουγκρίσει
εμείς έχουμε μουγκρίσει
εσείς έχετε μουγκρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μουγκρίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα μουγκρίσει
εσύ είχες μουγκρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μουγκρίσει
εμείς είχαμε μουγκρίσει
εσείς είχατε μουγκρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μουγκρίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω μουγκρίσει
εσύ θα έχεις μουγκρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μουγκρίσει
εμείς θα έχουμε μουγκρίσει
εσείς θα έχετε μουγκρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μουγκρίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) μούγκριζε
(εσείς) μουγκρίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) μούγκρισε
(εσείς) μουγκρίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

μουγκρίζοντας / έχοντας μουγκρίσει

Απαρέμφατο

μουγκρίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.