alternative form of ομολογώ (omologó, “confess, admit”)
Πλήρης κλίση του ρήματος μολογάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μολογάω / μολογώ
εσύ μολογάς
αυτός/αυτή/αυτό μολογάει / μολογά
εμείς μολογάμε / μολογούμε
εσείς μολογάτε
αυτοί/αυτές/αυτά μολογάνε / μολογάν / μολογούν / μολογούνε
Παρατατικός
εγώ μολογούσα / μολόγαγα
εσύ μολογούσες / μολόγαγες
αυτός/αυτή/αυτό μολογούσε / μολόγαγε
εμείς μολογούσαμε / μολογάγαμε
εσείς μολογούσατε / μολογάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά μολογούσαν / μολογούσανε / μολόγαγαν / μολογάγανε
Αόριστος
εγώ μολόγησα
εσύ μολόγησες
αυτός/αυτή/αυτό μολόγησε
εμείς μολογήσαμε
εσείς μολογήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μολόγησαν / μολογήσαν / μολογήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μολογάω / θα μολογώ
εσύ θα μολογάς
αυτός/αυτή/αυτό θα μολογάει / θα μολογά
εμείς θα μολογάμε / θα μολογούμε
εσείς θα μολογάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μολογάνε / θα μολογάν / θα μολογούν / θα μολογούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μολογήσω
εσύ θα μολογήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μολογήσει
εμείς θα μολογήσουμε
εσείς θα μολογήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μολογήσουν / θα μολογήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μολογήσω
εσύ να μολογήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μολογήσει
εμείς να μολογήσουμε
εσείς να μολογήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μολογήσουν / μολογήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μολογήσει
εσύ έχεις μολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μολογήσει
εμείς έχουμε μολογήσει
εσείς έχετε μολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μολογήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μολογήσει
εσύ είχες μολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μολογήσει
εμείς είχαμε μολογήσει
εσείς είχατε μολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μολογήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μολογήσει
εσύ θα έχεις μολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μολογήσει
εμείς θα έχουμε μολογήσει
εσείς θα έχετε μολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μολογήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μολόγα / μολόγαγε
(εσείς) μολογάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μολόγησε / μολόγα
(εσείς) μολογήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μολογιέμαι
εσύ μολογιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό μολογιέται
εμείς μολογιόμαστε
εσείς μολογιέστε / μολογιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μολογιούνται / μολογιόνται
Παρατατικός
εγώ μολογιόμουν / μολογιόμουνα
εσύ μολογιόσουν / μολογιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μολογιόταν / μολογιότανε
εμείς μολογιόμασταν / μολογιόμαστε
εσείς μολογιόσασταν / μολογιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μολογιόνταν / μολογιόντανε / μολογιόντουσαν / μολογιούνταν
Αόριστος
εγώ μολογήθηκα
εσύ μολογήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό μολογήθηκε
εμείς μολογηθήκαμε
εσείς μολογηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μολογήθηκαν / μολογηθήκαν / μολογηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μολογιέμαι
εσύ θα μολογιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μολογιέται
εμείς θα μολογιόμαστε
εσείς θα μολογιέστε / θα μολογιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μολογιούνται / θα μολογιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μολογηθώ
εσύ θα μολογηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μολογηθεί
εμείς θα μολογηθούμε
εσείς θα μολογηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μολογηθούν / θα μολογηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μολογηθώ
εσύ να μολογηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να μολογηθεί
εμείς να μολογηθούμε
εσείς να μολογηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μολογηθούν / μολογηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μολογηθεί
εσύ έχεις μολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μολογηθεί
εμείς έχουμε μολογηθεί
εσείς έχετε μολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μολογηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μολογηθεί
εσύ είχες μολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μολογηθεί
εμείς είχαμε μολογηθεί
εσείς είχατε μολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μολογηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μολογηθεί
εσύ θα έχεις μολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μολογηθεί
εμείς θα έχουμε μολογηθεί
εσείς θα έχετε μολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μολογηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μολογιέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μολογήσου
(εσείς) μολογηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μολογώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μολογήσει
Μετοχή παρακειμένου
μολογημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μολογήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μολογηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.