to look like, resemble, take after (to be like or similar to)
Πλήρης κλίση του ρήματος μοιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μοιάζω
εσύ μοιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό μοιάζει
εμείς μοιάζουμε
εσείς μοιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά μοιάζουν / μοιάζουνε
Παρατατικός
εγώ έμοιαζα
εσύ έμοιαζες
αυτός/αυτή/αυτό έμοιαζε
εμείς μοιάζαμε
εσείς μοιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά έμοιαζαν / μοιάζαν / μοιάζανε
Αόριστος
εγώ έμοιασα
εσύ έμοιασες
αυτός/αυτή/αυτό έμοιασε
εμείς μοιάσαμε
εσείς μοιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έμοιασαν / μοιάσαν / μοιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μοιάζω
εσύ θα μοιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μοιάζει
εμείς θα μοιάζουμε
εσείς θα μοιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μοιάζουν / θα μοιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μοιάσω
εσύ θα μοιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μοιάσει
εμείς θα μοιάσουμε
εσείς θα μοιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μοιάσουν / θα μοιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μοιάσω
εσύ να μοιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μοιάσει
εμείς να μοιάσουμε
εσείς να μοιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μοιάσουν / μοιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μοιάσει
εσύ έχεις μοιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μοιάσει
εμείς έχουμε μοιάσει
εσείς έχετε μοιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μοιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μοιάσει
εσύ είχες μοιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μοιάσει
εμείς είχαμε μοιάσει
εσείς είχατε μοιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μοιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μοιάσει
εσύ θα έχεις μοιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μοιάσει
εμείς θα έχουμε μοιάσει
εσείς θα έχετε μοιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μοιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μοιάζε
(εσείς) μοιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μοιάσε
(εσείς) μοιάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μοιάζοντας / έχοντας μοιάσει
Απαρέμφατο
μοιάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.