to hate
Πλήρης κλίση του ρήματος μισώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μισώ
εσύ μισείς
αυτός/αυτή/αυτό μισεί
εμείς μισούμε
εσείς μισείτε
αυτοί/αυτές/αυτά μισούν / μισούνε
Παρατατικός
εγώ μισούσα
εσύ μισούσες
αυτός/αυτή/αυτό μισούσε
εμείς μισούσαμε
εσείς μισούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μισούσαν / μισούσανε
Αόριστος
εγώ μίσησα
εσύ μίσησες
αυτός/αυτή/αυτό μίσησε
εμείς μισήσαμε
εσείς μισήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μίσησαν / μισήσαν / μισήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μισώ
εσύ θα μισείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μισεί
εμείς θα μισούμε
εσείς θα μισείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μισούν / θα μισούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μισήσω
εσύ θα μισήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μισήσει
εμείς θα μισήσουμε
εσείς θα μισήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μισήσουν / θα μισήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μισήσω
εσύ να μισήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μισήσει
εμείς να μισήσουμε
εσείς να μισήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μισήσουν / μισήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μισήσει
εσύ έχεις μισήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μισήσει
εμείς έχουμε μισήσει
εσείς έχετε μισήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μισήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μισήσει
εσύ είχες μισήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μισήσει
εμείς είχαμε μισήσει
εσείς είχατε μισήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μισήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μισήσει
εσύ θα έχεις μισήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μισήσει
εμείς θα έχουμε μισήσει
εσείς θα έχετε μισήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μισήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μισείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μίσησε
(εσείς) μισήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μισούμαι - μισιέμαι
εσύ μισείσαι - μισιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό μισείται - μισιέται
εμείς μισούμαστε - μισιόμαστε
εσείς μισείστε - μισιέστε / μισιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μισούνται - μισιούνται / μισιόνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό μισούνταν
εμείς μισούμασταν / - μισιόμασταν / ‑ιόμαστε
εσείς ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μισούνταν / μισιόντουσαν
Αόριστος
εγώ μισήθηκα
εσύ μισήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό μισήθηκε
εμείς μισηθήκαμε
εσείς μισηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μισήθηκαν / μισηθήκαν / μισηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μισούμαι - μισιέμαι
εσύ θα μισείσαι - μισιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μισείται - μισιέται
εμείς θα μισούμαστε - μισιόμαστε
εσείς θα μισείστε - μισιέστε / θα μισιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μισούνται - μισιούνται / θα μισιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μισηθώ
εσύ θα μισηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μισηθεί
εμείς θα μισηθούμε
εσείς θα μισηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μισηθούν / θα μισηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μισηθώ
εσύ να μισηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να μισηθεί
εμείς να μισηθούμε
εσείς να μισηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μισηθούν / μισηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μισηθεί
εσύ έχεις μισηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μισηθεί
εμείς έχουμε μισηθεί
εσείς έχετε μισηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μισηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μισηθεί
εσύ είχες μισηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μισηθεί
εμείς είχαμε μισηθεί
εσείς είχατε μισηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μισηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μισηθεί
εσύ θα έχεις μισηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μισηθεί
εμείς θα έχουμε μισηθεί
εσείς θα έχετε μισηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μισηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μισείστε - μισιέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μισήσου
(εσείς) μισηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μισώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μισήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
-η
Μετοχή παρακειμένου
μισημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μισήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μισηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.