to rent, lease from someone
Πλήρης κλίση του ρήματος μισθώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μισθώνω
εσύ μισθώνεις
αυτός/αυτή/αυτό μισθώνει
εμείς μισθώνουμε
εσείς μισθώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά μισθώνουν / μισθώνουνε
Παρατατικός
εγώ μίσθωνα
εσύ μίσθωνες
αυτός/αυτή/αυτό μίσθωνε
εμείς μισθώναμε
εσείς μισθώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά μίσθωναν / μισθώναν / μισθώνανε
Αόριστος
εγώ μίσθωσα
εσύ μίσθωσες
αυτός/αυτή/αυτό μίσθωσε
εμείς μισθώσαμε
εσείς μισθώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μίσθωσαν / μισθώσαν / μισθώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μισθώνω
εσύ θα μισθώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μισθώνει
εμείς θα μισθώνουμε
εσείς θα μισθώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μισθώνουν / θα μισθώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μισθώσω
εσύ θα μισθώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μισθώσει
εμείς θα μισθώσουμε
εσείς θα μισθώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μισθώσουν / θα μισθώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μισθώσω
εσύ να μισθώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μισθώσει
εμείς να μισθώσουμε
εσείς να μισθώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μισθώσουν / μισθώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μισθώσει
εσύ έχεις μισθώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μισθώσει
εμείς έχουμε μισθώσει
εσείς έχετε μισθώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μισθώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μισθώσει
εσύ είχες μισθώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μισθώσει
εμείς είχαμε μισθώσει
εσείς είχατε μισθώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μισθώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μισθώσει
εσύ θα έχεις μισθώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μισθώσει
εμείς θα έχουμε μισθώσει
εσείς θα έχετε μισθώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μισθώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μίσθωνε
(εσείς) μισθώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μίσθωσε
(εσείς) μισθώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μισθώνομαι
εσύ μισθώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μισθώνεται
εμείς μισθωνόμαστε
εσείς μισθώνεστε / μισθωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μισθώνονται
Παρατατικός
εγώ μισθωνόμουν / μισθωνόμουνα
εσύ μισθωνόσουν / μισθωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μισθωνόταν / μισθωνότανε
εμείς μισθωνόμασταν / μισθωνόμαστε
εσείς μισθωνόσασταν / μισθωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μισθώνονταν / μισθωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ μισθώθηκα
εσύ μισθώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό μισθώθηκε
εμείς μισθωθήκαμε
εσείς μισθωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μισθώθηκαν / μισθωθήκαν / μισθωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μισθώνομαι
εσύ θα μισθώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μισθώνεται
εμείς θα μισθωνόμαστε
εσείς θα μισθώνεστε / θα μισθωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μισθώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μισθωθώ
εσύ θα μισθωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μισθωθεί
εμείς θα μισθωθούμε
εσείς θα μισθωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μισθωθούν / θα μισθωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μισθωθώ
εσύ να μισθωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να μισθωθεί
εμείς να μισθωθούμε
εσείς να μισθωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μισθωθούν / μισθωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μισθωθεί
εσύ έχεις μισθωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μισθωθεί
εμείς έχουμε μισθωθεί
εσείς έχετε μισθωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μισθωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μισθωθεί
εσύ είχες μισθωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μισθωθεί
εμείς είχαμε μισθωθεί
εσείς είχατε μισθωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μισθωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μισθωθεί
εσύ θα έχεις μισθωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μισθωθεί
εμείς θα έχουμε μισθωθεί
εσείς θα έχετε μισθωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μισθωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μισθώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μισθώσου
(εσείς) μισθωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μισθώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μισθώσει
Μετοχή παρακειμένου
μισθωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μισθώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μισθωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.