to get smaller, to shrink
Πλήρης κλίση του ρήματος μικραίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μικραίνω
εσύ μικραίνεις
αυτός/αυτή/αυτό μικραίνει
εμείς μικραίνουμε
εσείς μικραίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά μικραίνουν / μικραίνουνε
Παρατατικός
εγώ μίκραινα
εσύ μίκραινες
αυτός/αυτή/αυτό μίκραινε
εμείς μικραίναμε
εσείς μικραίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά μίκραιναν / μικραίναν / μικραίνανε
Αόριστος
εγώ μίκρυνα
εσύ μίκρυνες
αυτός/αυτή/αυτό μίκρυνε
εμείς μικρύναμε
εσείς μικρύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά μίκρυναν / μικρύναν / μικρύνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μικραίνω
εσύ θα μικραίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μικραίνει
εμείς θα μικραίνουμε
εσείς θα μικραίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μικραίνουν / θα μικραίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μικρύνω
εσύ θα μικρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μικρύνει
εμείς θα μικρύνουμε
εσείς θα μικρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μικρύνουν / θα μικρύνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μικρύνω
εσύ να μικρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό να μικρύνει
εμείς να μικρύνουμε
εσείς να μικρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μικρύνουν / μικρύνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μικρύνει
εσύ έχεις μικρύνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μικρύνει
εμείς έχουμε μικρύνει
εσείς έχετε μικρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μικρύνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μικρύνει
εσύ είχες μικρύνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μικρύνει
εμείς είχαμε μικρύνει
εσείς είχατε μικρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μικρύνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μικρύνει
εσύ θα έχεις μικρύνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μικρύνει
εμείς θα έχουμε μικρύνει
εσείς θα έχετε μικρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μικρύνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μίκραινε
(εσείς) μικραίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μίκρυνε
(εσείς) μικρύντε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μικραίνοντας / έχοντας μικρύνει
Απαρέμφατο
μικρύνει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.