Κλίση του ρήματος μηνύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

μηνύω
to sue; file a lawsuit against somebody
Πλήρης κλίση του ρήματος μηνύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ μηνύω
εσύ μηνύεις
αυτός/αυτή/αυτό μηνύει
εμείς μηνύουμε
εσείς μηνύετε
αυτοί/αυτές/αυτά μηνύουν / μηνύουνε

Παρατατικός

εγώ μήνυα
εσύ μήνυες
αυτός/αυτή/αυτό μήνυε
εμείς μηνύαμε
εσείς μηνύατε
αυτοί/αυτές/αυτά μήνυαν / μηνύαν / μηνύανε

Αόριστος

εγώ μήνυσα
εσύ μήνυσες
αυτός/αυτή/αυτό μήνυσε
εμείς μηνύσαμε
εσείς μηνύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μήνυσαν / μηνύσαν / μηνύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα μηνύω
εσύ θα μηνύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μηνύει
εμείς θα μηνύουμε
εσείς θα μηνύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μηνύουν / θα μηνύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα μηνύσω
εσύ θα μηνύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μηνύσει
εμείς θα μηνύσουμε
εσείς θα μηνύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μηνύσουν / θα μηνύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να μηνύσω
εσύ να μηνύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μηνύσει
εμείς να μηνύσουμε
εσείς να μηνύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μηνύσουν / μηνύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω μηνύσει
εσύ έχεις μηνύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μηνύσει
εμείς έχουμε μηνύσει
εσείς έχετε μηνύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μηνύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα μηνύσει
εσύ είχες μηνύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μηνύσει
εμείς είχαμε μηνύσει
εσείς είχατε μηνύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μηνύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω μηνύσει
εσύ θα έχεις μηνύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μηνύσει
εμείς θα έχουμε μηνύσει
εσείς θα έχετε μηνύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μηνύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) μήνυε
(εσείς) μηνύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) μήνυσε
(εσείς) μηνύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ μηνύομαι
εσύ μηνύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μηνύεται
εμείς μηνυόμαστε
εσείς μηνύεστε / μηνυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μηνύονται

Παρατατικός

εγώ μηνυόμουν / μηνυόμουνα
εσύ μηνυόσουν / μηνυόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μηνυόταν / μηνυότανε
εμείς μηνυόμασταν / μηνυόμαστε
εσείς μηνυόσασταν / μηνυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μηνύονταν / μηνυόντουσαν

Αόριστος

εγώ μηνύθηκα
εσύ μηνύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό μηνύθηκε
εμείς μηνυθήκαμε
εσείς μηνυθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μηνύθηκαν / μηνυθήκαν / μηνυθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα μηνύομαι
εσύ θα μηνύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μηνύεται
εμείς θα μηνυόμαστε
εσείς θα μηνύεστε / θα μηνυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μηνύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα μηνυθώ
εσύ θα μηνυθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μηνυθεί
εμείς θα μηνυθούμε
εσείς θα μηνυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μηνυθούν / θα μηνυθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να μηνυθώ
εσύ να μηνυθείς
αυτός/αυτή/αυτό να μηνυθεί
εμείς να μηνυθούμε
εσείς να μηνυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μηνυθούν / μηνυθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω μηνυθεί
εσύ έχεις μηνυθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μηνυθεί
εμείς έχουμε μηνυθεί
εσείς έχετε μηνυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μηνυθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα μηνυθεί
εσύ είχες μηνυθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μηνυθεί
εμείς είχαμε μηνυθεί
εσείς είχατε μηνυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μηνυθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω μηνυθεί
εσύ θα έχεις μηνυθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μηνυθεί
εμείς θα έχουμε μηνυθεί
εσείς θα έχετε μηνυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μηνυθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) μηνύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) μηνύσου
(εσείς) μηνυθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

μηνύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας μηνύσει

Απαρέμφατο

μηνύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

μηνυθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.