Κλίση του ρήματος μετονομάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

μετονομάζω
to rename
Πλήρης κλίση του ρήματος μετονομάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ μετονομάζω
εσύ μετονομάζεις
αυτός/αυτή/αυτό μετονομάζει
εμείς μετονομάζουμε
εσείς μετονομάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά μετονομάζουν / μετονομάζουνε

Παρατατικός

εγώ μετονόμαζα
εσύ μετονόμαζες
αυτός/αυτή/αυτό μετονόμαζε
εμείς μετονομάζαμε
εσείς μετονομάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά μετονόμαζαν / μετονομάζαν / μετονομάζανε

Αόριστος

εγώ μετονόμασα
εσύ μετονόμασες
αυτός/αυτή/αυτό μετονόμασε
εμείς μετονομάσαμε
εσείς μετονομάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μετονόμασαν / μετονομάσαν / μετονομάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα μετονομάζω
εσύ θα μετονομάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μετονομάζει
εμείς θα μετονομάζουμε
εσείς θα μετονομάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μετονομάζουν / θα μετονομάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα μετονομάσω
εσύ θα μετονομάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μετονομάσει
εμείς θα μετονομάσουμε
εσείς θα μετονομάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μετονομάσουν / θα μετονομάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να μετονομάσω
εσύ να μετονομάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μετονομάσει
εμείς να μετονομάσουμε
εσείς να μετονομάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μετονομάσουν / μετονομάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω μετονομάσει
εσύ έχεις μετονομάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μετονομάσει
εμείς έχουμε μετονομάσει
εσείς έχετε μετονομάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μετονομάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα μετονομάσει
εσύ είχες μετονομάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μετονομάσει
εμείς είχαμε μετονομάσει
εσείς είχατε μετονομάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μετονομάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω μετονομάσει
εσύ θα έχεις μετονομάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μετονομάσει
εμείς θα έχουμε μετονομάσει
εσείς θα έχετε μετονομάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μετονομάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) μετονόμαζε
(εσείς) μετονομάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) μετονόμασε
(εσείς) μετονομάστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ μετονομάζομαι
εσύ μετονομάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μετονομάζεται
εμείς μετονομαζόμαστε
εσείς μετονομάζεστε / μετονομαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μετονομάζονται

Παρατατικός

εγώ μετονομαζόμουν / μετονομαζόμουνα
εσύ μετονομαζόσουν / μετονομαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μετονομαζόταν / μετονομαζότανε
εμείς μετονομαζόμασταν / μετονομαζόμαστε
εσείς μετονομαζόσασταν / μετονομαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μετονομάζονταν / μετονομαζόντουσαν

Αόριστος

εγώ μετονομάστηκα
εσύ μετονομάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό μετονομάστηκε
εμείς μετονομαστήκαμε
εσείς μετονομαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μετονομάστηκαν / μετονομαστήκαν / μετονομαστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα μετονομάζομαι
εσύ θα μετονομάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μετονομάζεται
εμείς θα μετονομαζόμαστε
εσείς θα μετονομάζεστε / θα μετονομαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μετονομάζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα μετονομαστώ
εσύ θα μετονομαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μετονομαστεί
εμείς θα μετονομαστούμε
εσείς θα μετονομαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μετονομαστούν / θα μετονομαστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να μετονομαστώ
εσύ να μετονομαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να μετονομαστεί
εμείς να μετονομαστούμε
εσείς να μετονομαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μετονομαστούν / μετονομαστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω μετονομαστεί
εσύ έχεις μετονομαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μετονομαστεί
εμείς έχουμε μετονομαστεί
εσείς έχετε μετονομαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μετονομαστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα μετονομαστεί
εσύ είχες μετονομαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μετονομαστεί
εμείς είχαμε μετονομαστεί
εσείς είχατε μετονομαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μετονομαστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω μετονομαστεί
εσύ θα έχεις μετονομαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μετονομαστεί
εμείς θα έχουμε μετονομαστεί
εσείς θα έχετε μετονομαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μετονομαστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) μετονομάζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) μετονομάσου
(εσείς) μετονομαστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

μετονομάζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας μετονομάσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

μετονομαζόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

μετονομασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

μετονομάσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

μετονομαστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.