to transplant
Πλήρης κλίση του ρήματος μεταφυτεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μεταφυτεύω
εσύ μεταφυτεύεις
αυτός/αυτή/αυτό μεταφυτεύει
εμείς μεταφυτεύουμε
εσείς μεταφυτεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταφυτεύουν / μεταφυτεύουνε
Παρατατικός
εγώ μεταφύτευα
εσύ μεταφύτευες
αυτός/αυτή/αυτό μεταφύτευε
εμείς μεταφυτεύαμε
εσείς μεταφυτεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταφύτευαν / μεταφυτεύαν / μεταφυτεύανε
Αόριστος
εγώ μεταφύτεψα / μεταφύτευσα
εσύ μεταφύτεψες / μεταφύτευσες
αυτός/αυτή/αυτό μεταφύτεψε / μεταφύτευσε
εμείς μεταφυτέψαμε / μεταφυτεύσαμε
εσείς μεταφυτέψατε / μεταφυτεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταφύτεψαν / μεταφυτέψαν / μεταφυτέψανε / μεταφύτευσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μεταφυτεύω
εσύ θα μεταφυτεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταφυτεύει
εμείς θα μεταφυτεύουμε
εσείς θα μεταφυτεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταφυτεύουν / θα μεταφυτεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μεταφυτέψω / θα μεταφυτεύσω
εσύ θα μεταφυτέψεις / θα μεταφυτεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταφυτέψει / θα μεταφυτεύσει
εμείς θα μεταφυτέψουμε / θα μεταφυτεύσουμε
εσείς θα μεταφυτέψετε / θα μεταφυτεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταφυτέψουν / θα μεταφυτέψουνε / θα μεταφυτεύσουν / θα μεταφυτεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μεταφυτέψω / μεταφυτεύσω
εσύ να μεταφυτέψεις / μεταφυτεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
εμείς να μεταφυτέψουμε / μεταφυτεύσουμε
εσείς να μεταφυτέψετε / μεταφυτεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μεταφυτέψουν / μεταφυτέψουνε / μεταφυτεύσουν / μεταφυτεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
εσύ έχεις μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
εμείς έχουμε μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
εσείς έχετε μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
εσύ είχες μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
εμείς είχαμε μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
εσείς είχατε μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
εσύ θα έχεις μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
εμείς θα έχουμε μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
εσείς θα έχετε μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μεταφύτευε
(εσείς) μεταφυτεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μεταφύτεψε / μεταφύτευσε
(εσείς) μεταφυτέψτε / μεταφυτεύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μεταφυτεύομαι
εσύ μεταφυτεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μεταφυτεύεται
εμείς μεταφυτευόμαστε
εσείς μεταφυτεύεστε / μεταφυτευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταφυτεύονται
Παρατατικός
εγώ μεταφυτευόμουν / μεταφυτευόμουνα
εσύ μεταφυτευόσουν / μεταφυτευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μεταφυτευόταν / μεταφυτευότανε
εμείς μεταφυτευόμασταν / μεταφυτευόμαστε
εσείς μεταφυτευόσασταν / μεταφυτευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταφυτεύονταν / μεταφυτευόντουσαν
Αόριστος
εγώ μεταφυτεύτηκα / μεταφυτεύθηκα
εσύ μεταφυτεύτηκες / μεταφυτεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό μεταφυτεύτηκε / μεταφυτεύθηκε
εμείς μεταφυτευτήκαμε / μεταφυτευθήκαμε
εσείς μεταφυτευτήκατε / μεταφυτευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταφυτεύτηκαν / μεταφυτευτήκαν / μεταφυτευτήκανε / μεταφυτεύθηκαν / μεταφυτευθήκαν / μεταφυτευθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μεταφυτεύομαι
εσύ θα μεταφυτεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταφυτεύεται
εμείς θα μεταφυτευόμαστε
εσείς θα μεταφυτεύεστε / θα μεταφυτευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταφυτεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μεταφυτευτώ / θα μεταφυτευθώ
εσύ θα μεταφυτευτείς / θα μεταφυτευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταφυτευτεί / θα μεταφυτευθεί
εμείς θα μεταφυτευτούμε / θα μεταφυτευθούμε
εσείς θα μεταφυτευτείτε / θα μεταφυτευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταφυτευτούν / θα μεταφυτευτούνε / θα μεταφυτευθούν / θα μεταφυτευθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μεταφυτευτώ / μεταφυτευθώ
εσύ να μεταφυτευτείς / μεταφυτευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
εμείς να μεταφυτευτούμε / μεταφυτευθούμε
εσείς να μεταφυτευτείτε / μεταφυτευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μεταφυτευτούν / μεταφυτευτούνε / μεταφυτευθούν / μεταφυτευθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
εσύ έχεις μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
εμείς έχουμε μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
εσείς έχετε μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
εσύ είχες μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
εμείς είχαμε μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
εσείς είχατε μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
εσύ θα έχεις μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
εμείς θα έχουμε μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
εσείς θα έχετε μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μεταφυτεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μεταφυτέψου / μεταφυτεύσου
(εσείς) μεταφυτευτείτε / μεταφυτευθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μεταφυτεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
Μετοχή παρακειμένου
μεταφυτευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μεταφυτέψει / μεταφυτεύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μεταφυτευτεί / μεταφυτευθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.