to transfer
Πλήρης κλίση του ρήματος μεταφέρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μεταφέρω
εσύ μεταφέρεις
αυτός/αυτή/αυτό μεταφέρει
εμείς μεταφέρουμε
εσείς μεταφέρετε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταφέρουν / μεταφέρουνε
Παρατατικός
εγώ μετέφερα
εσύ μετέφερες
αυτός/αυτή/αυτό μετέφερε
εμείς μεταφέραμε
εσείς μεταφέρατε
αυτοί/αυτές/αυτά μετέφεραν / μεταφέραν / μεταφέρανε
Αόριστος
εγώ μετέφερα
εσύ μετέφερες
αυτός/αυτή/αυτό μετέφερε
εμείς μεταφέραμε
εσείς μεταφέρατε
αυτοί/αυτές/αυτά μετέφεραν / μεταφέραν / μεταφέρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μεταφέρω
εσύ θα μεταφέρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταφέρει
εμείς θα μεταφέρουμε
εσείς θα μεταφέρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταφέρουν / θα μεταφέρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μεταφέρω
εσύ θα μεταφέρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταφέρει
εμείς θα μεταφέρουμε
εσείς θα μεταφέρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταφέρουν / θα μεταφέρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μεταφέρω
εσύ να μεταφέρεις
αυτός/αυτή/αυτό να μεταφέρει
εμείς να μεταφέρουμε
εσείς να μεταφέρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μεταφέρουν / μεταφέρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μεταφέρει
εσύ έχεις μεταφέρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μεταφέρει
εμείς έχουμε μεταφέρει
εσείς έχετε μεταφέρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μεταφέρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μεταφέρει
εσύ είχες μεταφέρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μεταφέρει
εμείς είχαμε μεταφέρει
εσείς είχατε μεταφέρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μεταφέρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μεταφέρει
εσύ θα έχεις μεταφέρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μεταφέρει
εμείς θα έχουμε μεταφέρει
εσείς θα έχετε μεταφέρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μεταφέρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μετάφερε
(εσείς) μεταφέρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μετάφερε
(εσείς) μεταφέρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μεταφέρομαι
εσύ μεταφέρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μεταφέρεται
εμείς μεταφερόμαστε
εσείς μεταφέρεστε / μεταφερόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταφέρονται
Παρατατικός
εγώ μεταφερόμουν / μεταφερόμουνα
εσύ μεταφερόσουν / μεταφερόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μεταφερόταν / μεταφερότανε
εμείς μεταφερόμασταν / μεταφερόμαστε
εσείς μεταφερόσασταν / μεταφερόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταφέρονταν / μεταφερόντουσαν
Αόριστος
εγώ μεταφέρθηκα
εσύ μεταφέρθηκες
αυτός/αυτή/αυτό μεταφέρθηκε
εμείς μεταφερθήκαμε
εσείς μεταφερθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταφέρθηκαν / μεταφερθήκαν / μεταφερθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μεταφέρομαι
εσύ θα μεταφέρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταφέρεται
εμείς θα μεταφερόμαστε
εσείς θα μεταφέρεστε / θα μεταφερόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταφέρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μεταφερθώ
εσύ θα μεταφερθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταφερθεί
εμείς θα μεταφερθούμε
εσείς θα μεταφερθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταφερθούν / θα μεταφερθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μεταφερθώ
εσύ να μεταφερθείς
αυτός/αυτή/αυτό να μεταφερθεί
εμείς να μεταφερθούμε
εσείς να μεταφερθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μεταφερθούν / μεταφερθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μεταφερθεί
εσύ έχεις μεταφερθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μεταφερθεί
εμείς έχουμε μεταφερθεί
εσείς έχετε μεταφερθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μεταφερθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μεταφερθεί
εσύ είχες μεταφερθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μεταφερθεί
εμείς είχαμε μεταφερθεί
εσείς είχατε μεταφερθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μεταφερθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μεταφερθεί
εσύ θα έχεις μεταφερθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μεταφερθεί
εμείς θα έχουμε μεταφερθεί
εσείς θα έχετε μεταφερθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μεταφερθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μεταφέρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) μεταφερθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μεταφέροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μεταφέρει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
μεταφερόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
μεταφερμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μεταφέρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μεταφερθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.