to move, to shift, to displace (to change the position of)
Πλήρης κλίση του ρήματος μετατοπίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μετατοπίζω
εσύ μετατοπίζεις
αυτός/αυτή/αυτό μετατοπίζει
εμείς μετατοπίζουμε
εσείς μετατοπίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά μετατοπίζουν / μετατοπίζουνε
Παρατατικός
εγώ μετατόπιζα
εσύ μετατόπιζες
αυτός/αυτή/αυτό μετατόπιζε
εμείς μετατοπίζαμε
εσείς μετατοπίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά μετατόπιζαν / μετατοπίζαν / μετατοπίζανε
Αόριστος
εγώ μετατόπισα
εσύ μετατόπισες
αυτός/αυτή/αυτό μετατόπισε
εμείς μετατοπίσαμε
εσείς μετατοπίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μετατόπισαν / μετατοπίσαν / μετατοπίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μετατοπίζω
εσύ θα μετατοπίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μετατοπίζει
εμείς θα μετατοπίζουμε
εσείς θα μετατοπίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μετατοπίζουν / θα μετατοπίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μετατοπίσω
εσύ θα μετατοπίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μετατοπίσει
εμείς θα μετατοπίσουμε
εσείς θα μετατοπίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μετατοπίσουν / θα μετατοπίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μετατοπίσω
εσύ να μετατοπίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μετατοπίσει
εμείς να μετατοπίσουμε
εσείς να μετατοπίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μετατοπίσουν / μετατοπίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μετατοπίσει
εσύ έχεις μετατοπίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μετατοπίσει
εμείς έχουμε μετατοπίσει
εσείς έχετε μετατοπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μετατοπίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μετατοπίσει
εσύ είχες μετατοπίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μετατοπίσει
εμείς είχαμε μετατοπίσει
εσείς είχατε μετατοπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μετατοπίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μετατοπίσει
εσύ θα έχεις μετατοπίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μετατοπίσει
εμείς θα έχουμε μετατοπίσει
εσείς θα έχετε μετατοπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μετατοπίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μετατόπιζε
(εσείς) μετατοπίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μετατόπισε
(εσείς) μετατοπίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μετατοπίζομαι
εσύ μετατοπίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μετατοπίζεται
εμείς μετατοπιζόμαστε
εσείς μετατοπίζεστε / μετατοπιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μετατοπίζονται
Παρατατικός
εγώ μετατοπιζόμουν / μετατοπιζόμουνα
εσύ μετατοπιζόσουν / μετατοπιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μετατοπιζόταν / μετατοπιζότανε
εμείς μετατοπιζόμασταν / μετατοπιζόμαστε
εσείς μετατοπιζόσασταν / μετατοπιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μετατοπίζονταν / μετατοπιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ μετατοπίστηκα
εσύ μετατοπίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό μετατοπίστηκε
εμείς μετατοπιστήκαμε
εσείς μετατοπιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μετατοπίστηκαν / μετατοπιστήκαν / μετατοπιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μετατοπίζομαι
εσύ θα μετατοπίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μετατοπίζεται
εμείς θα μετατοπιζόμαστε
εσείς θα μετατοπίζεστε / θα μετατοπιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μετατοπίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μετατοπιστώ
εσύ θα μετατοπιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μετατοπιστεί
εμείς θα μετατοπιστούμε
εσείς θα μετατοπιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μετατοπιστούν / θα μετατοπιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μετατοπιστώ
εσύ να μετατοπιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να μετατοπιστεί
εμείς να μετατοπιστούμε
εσείς να μετατοπιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μετατοπιστούν / μετατοπιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μετατοπιστεί
εσύ έχεις μετατοπιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μετατοπιστεί
εμείς έχουμε μετατοπιστεί
εσείς έχετε μετατοπιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μετατοπιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μετατοπιστεί
εσύ είχες μετατοπιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μετατοπιστεί
εμείς είχαμε μετατοπιστεί
εσείς είχατε μετατοπιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μετατοπιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μετατοπιστεί
εσύ θα έχεις μετατοπιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μετατοπιστεί
εμείς θα έχουμε μετατοπιστεί
εσείς θα έχετε μετατοπιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μετατοπιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μετατοπίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μετατοπίσου
(εσείς) μετατοπιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μετατοπίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μετατοπίσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
μετατοπιζόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
μετατοπισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μετατοπίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μετατοπιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.