Κλίση του ρήματος μεταρρυθμίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

μεταρρυθμίζω
to reform
Πλήρης κλίση του ρήματος μεταρρυθμίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ μεταρρυθμίζω
εσύ μεταρρυθμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό μεταρρυθμίζει
εμείς μεταρρυθμίζουμε
εσείς μεταρρυθμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταρρυθμίζουν / μεταρρυθμίζουνε

Παρατατικός

εγώ μεταρρύθμιζα
εσύ μεταρρύθμιζες
αυτός/αυτή/αυτό μεταρρύθμιζε
εμείς μεταρρυθμίζαμε
εσείς μεταρρυθμίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταρρύθμιζαν / μεταρρυθμίζαν / μεταρρυθμίζανε

Αόριστος

εγώ μεταρρύθμισα
εσύ μεταρρύθμισες
αυτός/αυτή/αυτό μεταρρύθμισε
εμείς μεταρρυθμίσαμε
εσείς μεταρρυθμίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταρρύθμισαν / μεταρρυθμίσαν / μεταρρυθμίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα μεταρρυθμίζω
εσύ θα μεταρρυθμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταρρυθμίζει
εμείς θα μεταρρυθμίζουμε
εσείς θα μεταρρυθμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταρρυθμίζουν / θα μεταρρυθμίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα μεταρρυθμίσω
εσύ θα μεταρρυθμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταρρυθμίσει
εμείς θα μεταρρυθμίσουμε
εσείς θα μεταρρυθμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταρρυθμίσουν / θα μεταρρυθμίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να μεταρρυθμίσω
εσύ να μεταρρυθμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μεταρρυθμίσει
εμείς να μεταρρυθμίσουμε
εσείς να μεταρρυθμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μεταρρυθμίσουν / μεταρρυθμίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω μεταρρυθμίσει
εσύ έχεις μεταρρυθμίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μεταρρυθμίσει
εμείς έχουμε μεταρρυθμίσει
εσείς έχετε μεταρρυθμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μεταρρυθμίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα μεταρρυθμίσει
εσύ είχες μεταρρυθμίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μεταρρυθμίσει
εμείς είχαμε μεταρρυθμίσει
εσείς είχατε μεταρρυθμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μεταρρυθμίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω μεταρρυθμίσει
εσύ θα έχεις μεταρρυθμίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μεταρρυθμίσει
εμείς θα έχουμε μεταρρυθμίσει
εσείς θα έχετε μεταρρυθμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μεταρρυθμίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) μεταρρύθμιζε
(εσείς) μεταρρυθμίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) μεταρρύθμισε
(εσείς) μεταρρυθμίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ μεταρρυθμίζομαι
εσύ μεταρρυθμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μεταρρυθμίζεται
εμείς μεταρρυθμιζόμαστε
εσείς μεταρρυθμίζεστε / μεταρρυθμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταρρυθμίζονται

Παρατατικός

εγώ μεταρρυθμιζόμουν / μεταρρυθμιζόμουνα
εσύ μεταρρυθμιζόσουν / μεταρρυθμιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μεταρρυθμιζόταν / μεταρρυθμιζότανε
εμείς μεταρρυθμιζόμασταν / μεταρρυθμιζόμαστε
εσείς μεταρρυθμιζόσασταν / μεταρρυθμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταρρυθμίζονταν / μεταρρυθμιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ μεταρρυθμίστηκα
εσύ μεταρρυθμίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό μεταρρυθμίστηκε
εμείς μεταρρυθμιστήκαμε
εσείς μεταρρυθμιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταρρυθμίστηκαν / μεταρρυθμιστήκαν / μεταρρυθμιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα μεταρρυθμίζομαι
εσύ θα μεταρρυθμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταρρυθμίζεται
εμείς θα μεταρρυθμιζόμαστε
εσείς θα μεταρρυθμίζεστε / θα μεταρρυθμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταρρυθμίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα μεταρρυθμιστώ
εσύ θα μεταρρυθμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταρρυθμιστεί
εμείς θα μεταρρυθμιστούμε
εσείς θα μεταρρυθμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταρρυθμιστούν / θα μεταρρυθμιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να μεταρρυθμιστώ
εσύ να μεταρρυθμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να μεταρρυθμιστεί
εμείς να μεταρρυθμιστούμε
εσείς να μεταρρυθμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μεταρρυθμιστούν / μεταρρυθμιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω μεταρρυθμιστεί
εσύ έχεις μεταρρυθμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μεταρρυθμιστεί
εμείς έχουμε μεταρρυθμιστεί
εσείς έχετε μεταρρυθμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μεταρρυθμιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα μεταρρυθμιστεί
εσύ είχες μεταρρυθμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μεταρρυθμιστεί
εμείς είχαμε μεταρρυθμιστεί
εσείς είχατε μεταρρυθμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μεταρρυθμιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω μεταρρυθμιστεί
εσύ θα έχεις μεταρρυθμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μεταρρυθμιστεί
εμείς θα έχουμε μεταρρυθμιστεί
εσείς θα έχετε μεταρρυθμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μεταρρυθμιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) μεταρρυθμίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) μεταρρυθμίσου
(εσείς) μεταρρυθμιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

μεταρρυθμίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας μεταρρυθμίσει

Μετοχή παρακειμένου

μεταρρυθμισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

μεταρρυθμίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

μεταρρυθμιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.