to jump, leap (from one place or state to another)
Πλήρης κλίση του ρήματος μεταπηδώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μεταπηδώ
εσύ μεταπηδάς
αυτός/αυτή/αυτό μεταπηδά
εμείς μεταπηδούμε
εσείς μεταπηδάτε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταπηδούν / μεταπηδούνε
Παρατατικός
εγώ μεταπηδούσα
εσύ μεταπηδούσες
αυτός/αυτή/αυτό μεταπηδούσε
εμείς μεταπηδούσαμε
εσείς μεταπηδούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταπηδούσαν / μεταπηδούσανε
Αόριστος
εγώ μεταπήδησα
εσύ μεταπήδησες
αυτός/αυτή/αυτό μεταπήδησε
εμείς μεταπηδήσαμε
εσείς μεταπηδήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταπήδησαν / μεταπηδήσαν / μεταπηδήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μεταπηδώ
εσύ θα μεταπηδάς
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταπηδά
εμείς θα μεταπηδούμε
εσείς θα μεταπηδάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταπηδούν / θα μεταπηδούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μεταπηδήσω
εσύ θα μεταπηδήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταπηδήσει
εμείς θα μεταπηδήσουμε
εσείς θα μεταπηδήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταπηδήσουν / θα μεταπηδήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μεταπηδήσω
εσύ να μεταπηδήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μεταπηδήσει
εμείς να μεταπηδήσουμε
εσείς να μεταπηδήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μεταπηδήσουν / μεταπηδήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μεταπηδήσει
εσύ έχεις μεταπηδήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μεταπηδήσει
εμείς έχουμε μεταπηδήσει
εσείς έχετε μεταπηδήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μεταπηδήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μεταπηδήσει
εσύ είχες μεταπηδήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μεταπηδήσει
εμείς είχαμε μεταπηδήσει
εσείς είχατε μεταπηδήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μεταπηδήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μεταπηδήσει
εσύ θα έχεις μεταπηδήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μεταπηδήσει
εμείς θα έχουμε μεταπηδήσει
εσείς θα έχετε μεταπηδήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μεταπηδήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μεταπηδάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μεταπήδησε
(εσείς) μεταπηδήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μεταπηδώντας / έχοντας μεταπηδήσει
Απαρέμφατο
μεταπηδήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.