to dub (replace the soundtrack of a film with a translation)
Πλήρης κλίση του ρήματος μεταγλωττίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μεταγλωττίζω
εσύ μεταγλωττίζεις
αυτός/αυτή/αυτό μεταγλωττίζει
εμείς μεταγλωττίζουμε
εσείς μεταγλωττίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταγλωττίζουν / μεταγλωττίζουνε
Παρατατικός
εγώ μεταγλώττιζα
εσύ μεταγλώττιζες
αυτός/αυτή/αυτό μεταγλώττιζε
εμείς μεταγλωττίζαμε
εσείς μεταγλωττίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταγλώττιζαν / μεταγλωττίζαν / μεταγλωττίζανε
Αόριστος
εγώ μεταγλώττισα
εσύ μεταγλώττισες
αυτός/αυτή/αυτό μεταγλώττισε
εμείς μεταγλωττίσαμε
εσείς μεταγλωττίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταγλώττισαν / μεταγλωττίσαν / μεταγλωττίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μεταγλωττίζω
εσύ θα μεταγλωττίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταγλωττίζει
εμείς θα μεταγλωττίζουμε
εσείς θα μεταγλωττίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταγλωττίζουν / θα μεταγλωττίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μεταγλωττίσω
εσύ θα μεταγλωττίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταγλωττίσει
εμείς θα μεταγλωττίσουμε
εσείς θα μεταγλωττίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταγλωττίσουν / θα μεταγλωττίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μεταγλωττίσω
εσύ να μεταγλωττίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μεταγλωττίσει
εμείς να μεταγλωττίσουμε
εσείς να μεταγλωττίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μεταγλωττίσουν / μεταγλωττίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μεταγλωττίσει
εσύ έχεις μεταγλωττίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μεταγλωττίσει
εμείς έχουμε μεταγλωττίσει
εσείς έχετε μεταγλωττίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μεταγλωττίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μεταγλωττίσει
εσύ είχες μεταγλωττίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μεταγλωττίσει
εμείς είχαμε μεταγλωττίσει
εσείς είχατε μεταγλωττίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μεταγλωττίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μεταγλωττίσει
εσύ θα έχεις μεταγλωττίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μεταγλωττίσει
εμείς θα έχουμε μεταγλωττίσει
εσείς θα έχετε μεταγλωττίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μεταγλωττίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μεταγλώττιζε
(εσείς) μεταγλωττίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μεταγλώττισε
(εσείς) μεταγλωττίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μεταγλωττίζομαι
εσύ μεταγλωττίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μεταγλωττίζεται
εμείς μεταγλωττιζόμαστε
εσείς μεταγλωττίζεστε / μεταγλωττιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταγλωττίζονται
Παρατατικός
εγώ μεταγλωττιζόμουν / μεταγλωττιζόμουνα
εσύ μεταγλωττιζόσουν / μεταγλωττιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μεταγλωττιζόταν / μεταγλωττιζότανε
εμείς μεταγλωττιζόμασταν / μεταγλωττιζόμαστε
εσείς μεταγλωττιζόσασταν / μεταγλωττιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταγλωττίζονταν / μεταγλωττιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ μεταγλωττίστηκα
εσύ μεταγλωττίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό μεταγλωττίστηκε
εμείς μεταγλωττιστήκαμε
εσείς μεταγλωττιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μεταγλωττίστηκαν / μεταγλωττιστήκαν / μεταγλωττιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μεταγλωττίζομαι
εσύ θα μεταγλωττίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταγλωττίζεται
εμείς θα μεταγλωττιζόμαστε
εσείς θα μεταγλωττίζεστε / θα μεταγλωττιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταγλωττίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μεταγλωττιστώ
εσύ θα μεταγλωττιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μεταγλωττιστεί
εμείς θα μεταγλωττιστούμε
εσείς θα μεταγλωττιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεταγλωττιστούν / θα μεταγλωττιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μεταγλωττιστώ
εσύ να μεταγλωττιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να μεταγλωττιστεί
εμείς να μεταγλωττιστούμε
εσείς να μεταγλωττιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μεταγλωττιστούν / μεταγλωττιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μεταγλωττιστεί
εσύ έχεις μεταγλωττιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μεταγλωττιστεί
εμείς έχουμε μεταγλωττιστεί
εσείς έχετε μεταγλωττιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μεταγλωττιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μεταγλωττιστεί
εσύ είχες μεταγλωττιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μεταγλωττιστεί
εμείς είχαμε μεταγλωττιστεί
εσείς είχατε μεταγλωττιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μεταγλωττιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μεταγλωττιστεί
εσύ θα έχεις μεταγλωττιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μεταγλωττιστεί
εμείς θα έχουμε μεταγλωττιστεί
εσείς θα έχετε μεταγλωττιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μεταγλωττιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μεταγλωττίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μεταγλωττίσου
(εσείς) μεταγλωττιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μεταγλωττίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μεταγλωττίσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
μεταγλωττιζόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
μεταγλωττισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μεταγλωττίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μεταγλωττιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.