to participate, take part in
Πλήρης κλίση του ρήματος μετέχω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μετέχω
εσύ μετέχεις
αυτός/αυτή/αυτό μετέχει
εμείς μετέχουμε
εσείς μετέχετε
αυτοί/αυτές/αυτά μετέχουν / μετέχουνε
Παρατατικός
εγώ μετείχα
εσύ μετείχες
αυτός/αυτή/αυτό μετείχε
εμείς μετέχαμε
εσείς μετέχατε
Αόριστος
εγώ μετείχα
εσύ μετείχες
αυτός/αυτή/αυτό μετείχε / μετέσχε
εμείς μετείχαμε
εσείς μετείχατε
αυτοί/αυτές/αυτά μετείχαν / μετείχανε / μετέσχον
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μετέχω
εσύ θα μετέχεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μετέχει
εμείς θα μετέχουμε
εσείς θα μετέχετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μετέχουν / θα μετέχουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μετάσχω
εσύ θα μετάσχεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μετάσχει
εμείς θα μετάσχουμε
εσείς θα μετάσχετε
Υποτακτική (να)
εγώ να μετάσχω
εσύ να μετάσχεις
αυτός/αυτή/αυτό να μετάσχει
εμείς να μετάσχουμε
εσείς να μετάσχετε
Παρακείμενος
εγώ έχω μετάσχει
εσύ έχεις μετάσχει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μετάσχει
εμείς έχουμε μετάσχει
εσείς έχετε μετάσχει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μετάσχει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μετάσχει
εσύ είχες μετάσχει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μετάσχει
εμείς είχαμε μετάσχει
εσείς είχατε μετάσχει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μετάσχει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μετάσχει
εσύ θα έχεις μετάσχει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μετάσχει
εμείς θα έχουμε μετάσχει
εσείς θα έχετε μετάσχει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μετάσχει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μετέχετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) μετάσχτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μετέχοντας / έχοντας μετάσχει
Απαρέμφατο
μετάσχει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.